Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Εν Πύργω…

Αθήνα-Πύργος: σκάρτες τέσσερις ώρες, χωρίς αλέ-ρετούρ, αλλά με φουλ πακέτο προσφορών.

Θερμοκρασία: έκανε ντουέτο με την πίεση· γύρω στους είκοσι βαθμούς, που όσο πλησιάζαμε στον προορισμό μας, αυξανόταν κατακόρυφα μαζί με την αγωνία και την προσμονή.

Παρασκευή και 13: καθόλου γρουσούζικη δεν αποδείχτηκε η μέρα, τουναντίον, ήταν γεμάτη μπουκλωτές αγκαλιές, συγκινήσεις και κρασοκατανύξεις.

Το ραντεβού μας με την Γιούλη ορίστηκε σε κεντρικό σημείο της πόλης. Ήταν η πρώτη που θα συναντούσα, για να πάμε παρέα στην Αριστέα κι από κει στο βιβλιοπωλείο του Αγαθοκλή. Δεν γνωριζόμασταν κι έτσι όπως ήμουν στημένη καταμεσής του δρόμου, χαμογελούσα στην κάθε διερχόμενη - υποψήφια “Γιούλη”. Κι αυτές ανταπέδιδαν συγκαταβατικά τα χαμόγελα, με όλη την κατανόηση που επιστρατεύει κάθε σοβαρός άνθρωπος σε μια αλαφροΐσκιωτη που παρατηρεί τους περαστικούς με ύφος Μις Μαρπλ, λίγο πριν ανακαλύψει τον δολοφόνο της Λαίδης Καμίλα Τρεσίλιαν, στο κτήμα του Ντέβον. Ευτυχώς η αποκάλυψη της Γιούλης έγινε εγκαίρως και πριν εκτεθώ ανεπανόρθωτα στην τοπική κοινωνία του Πύργου. Και του Ντέβον γενικότερα.

Η Γιούλη εν τω μεταξύ, καθόλου δεν μου κίνησε τις αρχικές υποψίες ότι ήταν αυτή που περίμενα. Ίσα-ίσα που η αετίσια ματιά μου την αγνόησε παντελώς, θεωρώντας βέβαιο πως είναι μια νεαρή μαθήτρια που σχόλασε απ’ το φροντιστήριο.  Εκείνη βέβαια με αναγνώρισε και για να προλάβει την περαιτέρω έκθεσή μου με τις περαστικές, μου έκανε σινιάλο ανεμίζοντας το βιβλίο μου. «Θα είχε δουλειά κι έστειλε την ανιψιά της», σκέφτηκα. Το σερί των ατυχών μου προβλέψεων τερματίστηκε εκεί·  όταν η γλυκιά Γιούλη μου μίλησε και αναγνώρισα τη στεντόρεια  φωνή της (προς στιγμή νόμιζα πως ήταν πλέι-μπακ, για τόση ταχύνοια μιλάμε!..)

Κι ύστερα φύγαμε για να συναντήσουμε την Αριστέα. Με την οποία γνωριζόμασταν ήδη, οπότε η προκαθορισμένη μας συνάντηση, μου φαινόταν υπόθεση ρουτίνας (σαν έμπειρο λαγωνικό της Σκότλαντ Γυαρντ ένα πράγμα). Ωστόσο, μετά από αρκετά πισωγυρίσματα επί της κεντρικής λεωφόρου, τηλέφωνα, «όχι τόσο χαμηλά», ξανά-μανά τηλέφωνα, «λίγο πιο πάνω, εκεί που είναι μισάνοιχτη μια κυπαρισσολαδί γκαραζόπορτα», τελικά σταματήσαμε αποκαμωμένοι στο πάρκινγκ ενός φούρνου, αναζητώντας στα βάθη της λεωφόρου, η μια την άλλη. Στο χρονικό διάστημα που μας πήρε για να συναντηθούμε επιτέλους από κοντά, η μις Μαρπλ θα είχε εξιχνιάσει ήδη το μυστηριώδες έγκλημα και θα έπινε το τσάι της με τον αγαπημένο της ανιψιό Ρέημοντ και τη λαίδη Σέτζγουικ, στο μπαλκόνι του πολυτελούς ξενοδοχείου Μπέρτραμ. Μια ανάσα δρόμος απ’ το Ντέβον.

Μια ανάσα δρόμος και το κέντρο της πόλης, όπου θα συναντήσουμε τον Αγαθοκλή και τον αδερφό του. Εκεί, στο μοντέρνο και στυλάτο χώρο τους, με περιμένει η επόμενη έκπληξη. Το απλόχωρο πατάρι του βιβλιοπωλείου, λειτουργεί ως αναγνωστήριο και είναι υπέροχα διακοσμημένο και φιλόξενο. Στον φαρδύ ξύλινο πάγκο, κειμήλιο απ’ το παρελθόν όπως μας διηγήθηκε, συστηθήκαμε, γελάσαμε, συζητήσαμε και οργανώσαμε κάποιες λεπτομέρειες της παρουσίασης. Ήταν απ’ αυτές τις συναντήσεις που ξέρεις πως ήταν μοιραίο να γίνουν, με ανθρώπους που σου είναι οικείοι, αν και είναι η πρώτη φορά που τους βλέπεις.


Σαββατιάτικο πρωινό, λιακάδα, καφεδάκι στο Κατάκολο, θάλασσα να φοράει τα γιορτινά της και μια πόλη-κούκλα! Τι άλλο να ζητήσει κανείς απ’ την καλή του μοίρα;
«Μπορούμε να σας τραβήξουμε μια φωτογραφία;»
«Και δεν τραβάτε;»
«Ποιες ήταν αυτές ρε μάνα;»
«Μήτε για γλαροδόλωμα δεν κάνουν... δεν τις είδες κουνήματα και σκέρτσα; Θε μου σχώρα με!...»


Σάββατο απόγευμα, ανήμερα της παρουσίασης (μεγάλ’ η χάρη της) και η αγωνία κορυφώνεται στον πύργο της διαγαλαξιακής Πριγκίπισσας Άϊρις. Παρά τις προτροπές των φίλων να αποφύγει να ετοιμάσει την Άρτα με τα Γιάννενα, εκείνη ετοίμασε τελικά και την Άρτα και τα Γιάννενα και την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου, μέχρι και τις παρυφές του Σαιντ-Μαίρυ-Μιντ λίγο έξω απ’ το Λονδίνο. Η Μις Μαρπλ έλειπε μόνο απ’ τις πιατέλες της. Φυσικά και δεν περίσσεψε χρόνος να ετοιμαστεί με την ηρεμία της, αφού τύλιγε, έψηνε, ξεφούρνιζε και ματατύλιγε... κι αν δεν πηγαίναμε να την πάρουμε λίγη ώρα πριν την παρουσίαση, ίσως να έψηνε ακόμα. Φορτώσαμε ένα καμιόνι ρολίνια, τοστίνια, σφολιατίνια και λοιπά εδέσματα και ποτά και ξεκινήσαμε για την παρουσίαση. Η αγωνία μου πήγε γρήγορα περίπατο, αφού ένιωσα απ’ την πρώτη στιγμή πως είμαι στα νερά μου, παρέα με “ωραίους” ανθρώπους. Γνώρισα επιτέλους από κοντά και τις διαδικτυακές φίλες μας, την Ελένη, την Νάσια και το ηρωικό “Αφρούλι”, την επιστήθια φίλη της Αριστέας μας (τέρας ηρεμίας, χαλάρωσης και υπερβατικού διαλογισμού).
Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε με το απαιτούμενο τρακ, τόσο όσο χρειαζόταν μέχρι να συγχρονιστούμε, να χαλαρώσουμε και να γίνουμε μια παρέα. Ερασιτέχνες όλοι μας· συγγραφείς, ακροατές, ομιλητές, συνδαιτυμόνες σε μια  βιβλιο-γιορτή, βρήκαμε γρήγορα τα κοινά μας βήματα και περάσαμε αξέχαστα. Ακόμα και η μικρή συντροφιά που έμεινε ως αργά στο πατάρι του Αγαθοκλή για κουβέντα και ανταλλαγές εμπειριών, ήταν απ’ τις πιο ωραίες στιγμές της παρουσίασης. Εκτός πρωτοκόλλου σχεδόν όλα, δίχως ιδιαίτερες προετοιμασίες και πρόβες, αλλά μόνο με τις φροντίδες των φίλων που είχαν φροντίσει για τα δέοντα. Ένα θα σας πω. Ο Αγαθοκλής με υποδέχτηκε εκείνο το απόγευμα στο βιβλιοπωλείο του, δείχνοντάς μου το πατάρι «Σας έχω μια έκπληξη, ανεβείτε να δείτε». Το πατάρι έπαιζε κρητικές μουσικές, στο τραπέζι με περίμενε ένα καλάθι λουλούδια και δυο σειρές μεταλλικές καρέκλες είχαν στοιχηθεί περιμένοντας τους επισκέπτες. Και ήταν όλοι τους υπέροχοι!
Απέραντη ευγνωμοσύνη για τους καλούς φίλους που βρέθηκαν κοντά μου και με στήριξαν και σ’ αυτήν την προσπάθεια!




Υ.Γ. Μαζί με τις καλύτερες αναμνήσεις μου απ’ αυτό το ταξίδι, κρατάω καλά φυλαγμένη μέσα μου την εικόνα ενός νέου κοριτσιού, που ήρθε στην παρουσίαση και μας μίλησε για το κοινωνικό φροντιστήριο, τους καθηγητές που το στηρίζουν χρόνια τώρα και τα όνειρά της. Καθάριο βλέμμα, έντιμη γλώσσα και επίγνωση του ρόλου της.  Γιατί υπάρχουν κι αυτά τα παιδιά. Δεν είναι οι επώνυμοι μαχητές ενός ριάλιτι, αλλά οι πιο έντιμοι αγωνιστές της ζωής. 

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Ραντεβού στον Πύργο

Τον Ιούνιο που μας πέρασε, είχε γίνει η πρώτη παρουσίαση των “Ιστοριών της διπλανής κρίσης”, στην Αθήνα. Στο άγχος και την παραζάλη, θυμάμαι πολύ έντονα ότι η  πυξίδα μου ήταν κολλημένη στους εκτός Αθηνών φίλους, που δεν ήταν δυνατόν να έρθουν. Είχα κατασυγκινηθεί απ’ τα μηνύματά τους πριν την παρουσίαση. Προσπαθούσα να φανταστώ τα πρόσωπά τους, να μαντέψω τι έκαναν εκείνες τις στιγμές και πόσο ωραίο θα ήταν να βρισκόντουσαν για λίγο κοντά μας.   Είναι που η απόσταση δυναμώνει τις σχέσεις και η επικοινωνία συντελείται με τον πιο αλάνθαστο μέσο, την παράλληλη σκέψη. Eκείνο το βράδυ, ήμουν σίγουρη πως είχαμε καταφέρει –έστω και για λίγο- να γεφυρώσουμε νοερά την απόσταση και να γίνουμε  μια μεγάλη παρέα.

Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν μπορούσα να φανταστώ τότε, πως οι δύο υπερδυνάμεις (Αριστέα & Γιούλη) θα έβαζαν μπροστά ένα φιλόδοξο σχέδιο. Να οργανώσουμε μια παρουσίαση στον Πύργο, σε μια πόλη που μου είναι σχεδόν άγνωστη, ωστόσο κίνησαν γη και ουρανό για να βρεθεί ο χώρος, ο χρόνος και τα μέσα και να υλοποιηθεί αυτή η ιδέα. Και φτάσαμε αισίως λίγες μέρες πριν την εκδήλωση, στο χώρο που μας παραχωρεί ο εξαιρετικός φίλος Αγαθοκλής Κωτσάκης, στο βιβλιοπωλείο του ΦΩΤΟΓΝΩΣΗ στο κέντρο του Πύργου, το προσεχές Σάββατο 14 Οκτώβρη. Το συνωμοτικό σύμπαν του Κοέλιο, βρήκε άξιους εκφραστές στα πρόσωπα των φίλων, που κυριολεκτικά κάνουν έναν αγώνα δρόμου για να στήσουν αυτή τη γιορτή.

Εγκάρδια “ε υ χ α ρ ι σ τώ” για την τιμή που μου κάνετε και την αγάπη σας!
Ετοιμάζω μπαγκάζια, μπόλικα... χαρτομάντηλα και ραντεβού στον όμορφο Πύργο. 
Για να γνωριστούμε: θα κρατάω ένα βιβλίο, να κρατάτε το χαμόγελό σας!


Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Τα παγκάκια έχουν τη δική τους ιστορία

O Στέφαν Τσβάιχ (*) γράφει γιατί ανακουφίστηκε όταν έμαθε πως πέθανε η μητέρα του:
«Και δεν κοκκινίζω να το πω -τόσο διάφθειρε η εποχή που ζούμε την καρδιά μας- δεν αναρρίγησα, ούτε έκλαψα όταν μου ήρθε η είδηση του θανάτου της φτωχής γριάς μητέρας μου, που την είχαμε αφήσει στη Βιέννη. Αντίθετα, ένιωσα ένα είδος ανακούφισης, που ήξερα πως από τώρα και μπρος βρισκόταν προφυλαγμένη από όλες τις οδύνες και όλους τους κινδύνους. Ηλικίας 84 χρόνων, και σχεδόν κουφή, κρατούσε ένα διαμέρισμα στο πατρογονικό μας σπίτι, και έτσι, ακόμα και σύμφωνα με τους καινούριους “νόμους των Αρίων”, δεν μπορούσαν για την ώρα να την βγάλουν έξω, και ελπίζαμε πως σε λίγο καιρό θα μπορούσαμε να καταφέρουμε να περάσει με κάποιον τρόπο στο εξωτερικό. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πάρθηκαν στη Βιέννη, της έφεραν ένα σοβαρό κτύπημα:  ήταν 84 χρόνων, είχε αδύνατα πόδια, και γι’ αυτό, όταν έκανε τον καθημερινό της περίπατο συνήθιζε, αφού περπατούσε με κόπο πέντε – δέκα λεπτά, να ξεκουράζεται σ’ ένα πάγκο του Ριγκ, ή του πάρκου. Οκτώ μόλις μέρες αφότου έγινε ο Χίτλερ κύριος της πόλης απαγόρευαν βίαια στους εβραίους να κάθονται σε πάγκο – κι αυτό ήταν ένα από εκείνα τα μέτρα που είχανε επινοηθεί με φανερά σαδιστικό σκοπό για να βασανίσουν με δολιότητα τον κόσμο».
ΣΤΕΦΑΝ ΤΣΒΑΪΧ “Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ – Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου” (εκδόσεις Printa)

«Koυράστηκα...» η ξέπνοη φράση του κυρ-Στέφανου, μετά τη βίαιη έξωσή του απ’ το αυτοσχέδιο καταφύγιό του, ένα παγκάκι στην οδό Μαρασλή, στη μάντρα του Ευαγγελισμού. Σωτήριον έτος 2013, φθινόπωρο, λίγο πριν ο μέγας άρχων της πόλης παραμορφώσει (“αναπλάσει” στο πιο σικ του...) την πλατεία Κλαυθμώνος, ξηλώνοντας τα παγκάκια και ντύνοντας με μοχέρ πουλόβερ τους κορμούς των δέντρων. Στο πρόσωπο του αξιοπρεπέστατου κυρ-Στέφανου, που υπήρξε υποδειγματικός στην ευταξία και την καθαριότητα του πάγκου και του περιβάλλοντος χώρου που τον φιλοξένησε, εξαντλήθηκε η υποκρισία, η δολιότητα και ο σαδισμός των φυλάρχων. Εισαγγελική εντολή (ας είχαν τόσο γρήγορα αντανακλαστικά και στους επαγγελματίες νταβατζήδες της δημόσιας γης), αστυνομικές και δημοτικές αρχές σε αγαστή συνεργασία, προκειμένου να ξηλώσουν τον ανεπιθύμητο γέροντα, το παγκάκι, τα μπιμπελό και τις κουβέρτες του, τα λιγοστά του υπάρχοντα μαζί και την αξιοπρέπεια, την καρδιά του και την υπάρξη του ολόκληρη. Λες και η ταξιανθία του Κολωνακίου υπονομευόταν απ’ τα πλαστικά λουλούδια που είχε στολίσει το υποτιθέμενο μπαλκονάκι του...

Το ξήλωμα του κυρ-Στέφανου, δεν ήταν παρά ένα ακόμα ηχηρό μήνυμα προς τους επίδοξους καταληψίες πάγκων:
«Μην τρέφετε αυταπάτες για διαθέσιμα παγκάκια σ’ όσους είναι κατώτεροι ταξικά!»
Ή όπως ακούστηκε πρόσφατα στη ΔΕΘ:
«Η κοινωνική ισότητα είναι ενάντια στην ανθρώπινη φύση».
Ή ακόμα πιο ποιητικά, απ’ τον μετρ της διανόησης και του έλλογου [παρα]λόγου του. Το λες και «Βούλωσέ το φίλτατε!»...

Φίλτατε, μη λες ότι είσαι άστεγος.
Στη χώρα αυτή
κανείς δεν είναι άστεγος
Κάτω από το γαλανό μας ουρανό
στη σκιά της Ακρόπολης
στον ψίθυρο της Ιστορίας,
είτε μένουμε σε βίλα,
είτε μένετε σε παγκάκι
όλους μας σκέπει η Αθηνά η Παλλάδα
κι η Παναγιά η γλυκυτάτη μητέρα μας.

«Εσωτερικός διάλογος με έναν άστεγο»
Απ’ την ποιητική συλλογή του Άδωνη Γεωργιάδη:  “Κλειούς παραφερνάλια”

Ηθικόν δίδαγμα: Η Παναγιά να μας κόβει παγκάκια και να τους δίνει βίλες...

(*) O Στέφαν Τσβάιχ γεννήθηκε στη Βιέννη στις 28 Νοεμβρίου 1881. Ως το 1935 -αν εξαιρέσουμε το πολυάριθμα ταξίδια του στο εξωτερικό- ζει στην Αυστρία (Βιέννη και Σάλτσμπουργκ). Μεταφράζει Βερλαίν, Μπωντλαίρ και Βεράρεν, δημοσιεύει ποίηση ("Ασημένιες χορδές", "Τα πρώτα στεφάνια"), νουβέλες ("Φόβος", "Αμόκ", "Σύγχυση των αισθήσεων" κ.ά.), θεατρικά ("Βολπόνε"), δοκίμια, καθώς και τα περισσότερα έργα μια μεγάλης σειράς βιογραφικών μελετών και λογοτεχνικών πορτρέτων για μεγάλες προσωπικότητες του παρελθόντος ("Τρεις δάσκαλοι: Μπαλζάκ-Ντίκενς-Ντοστογιέφσκι", "Ρομαίν Ρολάν", "Μαρία Αντουανέτα", "Μαρία Στιούαρτ", "Θρίαμβος και τραγωδία του Εράσμου του Ρότερνταμ" κ.ά.). Το 1933, με την ανάληψη της εξουσίας από τους εθνικοσοσιαλιστές στη γειτονική Γερμανία, τα βιβλία του Τσβάιχ γίνονται στόχος της ναζιστικής προπαγάνδας. Το 1935 εγκαταλείπει οριστικά την Αυστρία, εγκαθίσταται στο Λονδίνο και το 1940 αποκτά τη βρετανική υπηκοότητα. Το 1941 φεύγει για τις ΗΠΑ και από κει για τη Βραζιλία. Πικραμένος από τα πολιτικά γεγονότα και από το τέλος της εποχής που περιγράφει στο αυτοβιογραφικό του έργο "Ο χθεσινός κόσμος", αυτοκτονεί μαζί με τη γυναίκα του στις 23 Φεβρουαρίου 1942 στην Πετρόπολη, κοντά στο Ρίο ντε Τζανέιρο.
[φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο]


* όπως με ενημέρωσε καλός φίλος, η ποιητική συλλογή του ΑΔόνειδος "Κλειούς παραφερνάλια", είναι τρολιά. Πολύ πετυχημένη πάντως, αφού θα μπορούσε άνετα να είχε γραφεί απ' τον ίδιο.

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Προανάγνωση στο Γεντί-Κουλέ

Στη φυλακή, μας είχαν καταδικάσει σε θάνατο. Στο πρώτο στρατοδικείο που πέρασα, είχα καταδικαστεί τρεις φορές σε θάνατο, κάτι ισόβιες, κάτι τέτοιο και ήμασταν στο κελί των μελλοθανάτων και περιμέναμε να μας εκτελέσουν στο Εφταπύργιο του Γεντι-κουλέ. Τα κελιά εκείνα, μέσα στον τοίχο, κατασκότεινα. Εμείς οι τρεις μέναμε στο τέταρτο κελί, που απέναντι στο διάδρομο, είχε ένα μικρό φεγγίτη τόσο δα, με κάγκελα. Του κελιού η πόρτα είναι σιδερένια και έχει απλώς τον χαφιέ που λέμε, ένα μικρό παραθυράκι, μισοφέγγαρο, που τη μέρα είναι ανοιχτό. Σε κάποια φάση της μέρας, κάποιες αχτίδες του ήλιου χτυπούσαν στον φεγγίτη και περνούσαν τον χαφιέ της πόρτας και σκάγανε στον τοίχο του κελιού. Οι δικοί μας, μας φέρνανε τρόφιμα τότε. Συνήθως ήταν τυλιγμένα σε εφημερίδες τότε, ή σε χαρτιά από περιοδικά, κι όταν έσκαγε εκεί ο ήλιος, επειδή το Κόμμα έλεγε τότε ότι σε όποιες συνθήκες κι αν βρίσκεται ένας κομμουνιστής, πρέπει να διαβάζει.  Ο Ζαχαριάδης έλεγε: «Αγάπα το κελί σου, τρώγε όλο το ψωμί σου, διάβαζε πολύ». Γονατίζαμε λοιπόν, ήμασταν δύο αγράμματοι, ο άλλος ήξερε γράμματα, και κολλάγαμε το χαρτί εκεί που χτυπούσε ο ήλιος και βλέπαμε και προσπαθούσαμε να διαβάσουμε. Ο άλλος δεν ήξερε να τονίζει. «Οι παπίες», έλεγε – «οι πάπιες», του έλεγα εγώ. Έτσι μαθαίναμε τις λέξεις να τις βλέπουμε τυπωμένες στο χαρτί. Πήραμε αναστολή από την εκτέλεση και συναντηθήκαμε με τους άλλους στο θάλαμο. Υπήρχαν εκεί τα παιδιά της ΕΠΟΝ, τα οποία ήτανε κυρίως φοιτητές, μεταξύ αυτών ο μακαρίτης ο μεγάλος μας ποιητής ο Μανόλης Αναγνωστάκης, όπου αυτοί ανέλαβαν να με μάθουν να διαβάζω. Την πρώτη φορά που απομυθοποίησα στο γραμμένο χαρτί μια πρόταση, ήμουν ευτυχής. Μετά, αγάπησα τόσο πολύ το διάβασμα, με γοήτευε τόσο πολύ αυτό το γραμμένο χαρτί, ώστε όπου έβλεπα βιβλίο, το διάβαζα.
 ‘’Πώς μάθατε ανάγνωση και γραφή;’’



Αφιερωμένο σ’ όλους τους νεανικούς ώμους που σηκώνουν και πάλι στο αρασέ, το βάρος μιας νέας σχολικής χρονιάς.
Απ’ την άγρια εποχή που διηγείται ο Μίσσιος στα βιβλία του, ο κόσμος προόδευσε, τα κελιά εκσυγχρονίστηκαν και τα σχολεία επίσης.
Τίποτα όμως, εκτός απ’ την τεχνολογία και το πέρασμα στην εποχή της υπερκατανάλωσης, δεν άλλαξε επί τους ουσίας.
Εμείς γκρινιάζουμε για τις ατέλειωτες ώρες που σπαταλάτε στα κινητά και στα τάμπλετ, σας τη λέμε κιόλας που δεν βγαίνετε έξω για παιχνίδι, αναμασώντας τις ένδοξες εποχές που υπήρχαν γειτονιές και αλάνες. Λες κι έμεινε άχτιστη γωνιά, αμπάζωτο ρέμα και άκαφτο δασάκι για να παίξετε...

Κι εσείς με τη σειρά σας, θα γκρινιάζετε στα μελλοντικά παιδιά σας, γιατί θα είναι βυθισμένα μονίμως σε μια τρισδιάστατη μάσκα, θα ζουν σε εικονικό περιβάλλον και τα παιχνίδια τους θα συντροφεύουν μόνο  μοντέλα και γραφικά.
«Εμείς στην ηλικία σας, επικοινωνούσαμε ο ένας με τον άλλο, στέλναμε sms και emotions, παίζαμε ομαδικά παιχνίδια στο ίντερνετ, ανεβάζαμε φωτογραφίες, συναντιόμασταν στα σόσιαλ μίντια... το φέις άραγε, το θυμάται κανείς σας σήμερα; εδώ θα παίρνετε ύφος σαν κι αυτό που έχουμε εμείς τώρα, όταν υπερασπιζόμαστε το παλιό μας σχολικό λεύκωμα και τις κιτρινισμένες φωτογραφίες απ’ την πενταήμερη εκδρομή- δουλεύαμε το μυαλό και κυρίως τα χέρια μας... οι αντίχειρές μας κινιόντουσαν με ασύλληπτες ταχύτητες... ενώ εσείς τι κάνετε;… όλη τη μέρα απαθείς,  στην εικονική κοσμάρα σας!...»

Κι όσο θα περνάμε από τεχνολογία σε τεχνολογία, τα λόγια του Ζαχαριάδη θα γίνονται και πιο επίκαιρα θα το δεις, πως κάθε γενιά κάτω από έναν φεγγίτη θα πορεύεται κι όλο θα βρίσκονται μικρές αχτίδες να τρυπώνουν στα κελιά, για να σου μάθουν σωστό τονισμό. Των λέξεων, των φράσεων, του ανθρώπου και της ιστορίας του.

Στα σχολικά βιβλία μιας άλλης εποχής, χαράζαμε με κόκκινο μελάνι, τα δικά μας θυμητάρια για τους ήρωες της νιότης μας.
Κουμής και Κανελλοπούλου, άγρια δολοφονημένοι έναν παλιό Νοέμβρη, στη διάρκεια πορείας για τους ήρωες του Πολυτεχνείου. Οι ένοχοι; Aτιμώρητοι.
Μιχάλης Καλτεζάς: πέντε χρόνια αργότερα, τις ίδιες μέρες του Νοέμβρη, δολοφονείται πισώπλατα ένας δεκαπεντάχρονος μαθητής που συμμετείχε στην ειρηνική πορεία. Ο ένοχος; Πρωτόδικη καταδίκη δυόμιση χρόνια και αθώωση σε δεύτερο βαθμό. Οι συνένοχοι; Ατιμώρητοι.

Κι όσο προόδευε ο κόσμος μας παιδί μου, ήρθαν τα δικά σου θυμητάρια, με τους νεώτερους ήρωες, γιατί μπορεί ν’ αλλάξαμε διάκοσμο παιδί μου, μα το τέρας δεν αλλάζει συνήθειες και δε χορταίνει ποτέ...

Αλέξης Γρηγορόπουλος, ο συμμαθητής, ο φίλος, το αγόρι που ήταν στην ίδια ηλικία με τα παιδιά μας ξαναζούσαμε την επανάλειψη του εφιάλτη, την ίδια ιστορία απ’ την αρχή, πιο ανατριχιαστική και πιο προκλητική αυτή τη φορά.

Πάλι πισώπλατη εκτέλεση, πάλι μια δήθεν “ατίθαση” σφαίρα που εξοστρακίστηκε απ’ το όπλο ενός αστυφύλακα, πάλι η ίδια λάσπη απ’ τους μεγαλοδικηγόρους υπεράσπισης “αποκλίνουσα συμπεριφορά του θύματος, με χωρισμένους γονείς, φόραγε και σκουλαρίκι κι άλλα γλυκανάλατα...”, πάλι παραιτήσεις υπουργών που δεν έγιναν δεκτές απ’ την πολιτική ηγεσία (τι πρωτότυπο!), πάλι ποινές στα μαλακά και πάντα ένα ερώτημα να αιωρείται: πώς πληρώθηκαν αλήθεια οι πιο ακριβοί μεγαλοδικηγόροι που ανέλαβαν την υπεράσπιση και των δύο υποθέσεων; Και οι δύο θύτες, προέρχονταν από ταπεινές και φτωχικές οικογένειες, κάτι που χρησιμοποιήθηκε ως υπερασπιστικό όπλο στις δίκες τους.


«…για όσους με πρόδωσαν με πίσω μαχαιριές, θέλω να ξέρουν ότι... 
σιγά μη κλάψω  να ‘ρθούνε να με βρουν, τους περιμένω και σιγά μη φοβηθώ!»
Τραγούδαγε ο Παύλος, το γελαστό παιδί, ο χαρισματικός άνθρωπος, ο έντιμος αγωνιστής που δεν φοβήθηκε να ριχτεί στην αγέλη των θηρίων. Η συνέχεια του Λαμπράκη, του Παναγούλη, του Σωτήρη Πέτρουλα, του Διομήδη Κομνηνού, του Αυγουστίνου Δημητρίου και όλων των ηρώων για τους οποίους δεν θ’ ακούσεις –πιθανόν- τίποτα και ποτέ. Το πλυντήριο της ιστορίας, συνδέεται χρόνια τώρα, με το χωνευτήρι των ηρώων. Για να μη λες πως δεν υπάρχουν πρότυπα στη γενιά σου και για να μη βαυκαλιζόμαστε κι εμείς οι μεγάλοι, πως δεν υπάρχουν πια νέα παιδιά που αρθρώνουν λόγο και αγωνίζονται για δικαιώματα, για ισότητα και για δικαιοσύνη.

Καλή σχολική χρονιά να έχεις και μακάρι να βρεθούν κοντά σου φωτισμένοι δάσκαλοι που θα σε μάθουν σωστή ανάγνωση!

φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Τραυμαπλάστ για το χειμώνα

Αχρείαστος να’ναι, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Καλού-κακού, φύλαξε λίγο Αύγουστο στο κουτάκι πρώτων βοηθειών, γιατί οσονούπω έρχονται κι οι μεγάλες ψύχρες. Οι φθινοπωρινές δρίμες και τα μερομήνια και οι δυσοίωνες προφητείες εξ Αρκαδίας –και όχι μόνο- είναι σε πλήρη ετοιμότητα και θα καταστείλουν άμεσα τις τυχόν ισχνές σου απόπειρες ευδιαθεσίας.

 Είναι κάτι καταπραϋντικές στιγμές που θα τις ανασύρεις όταν θα βρεθείς στην ανάγκη. Όταν φερ’ειπείν ξαναβρεθείς στον αφιλόξενο μικρόκοσμο της μεγαλούπολης, θα εισβάλει ξαφνικά στην κουζίνα σου ένα ροζ υποβρύχιο και στο πηδάλιο θα είναι η κυρά-Μυρσίνη. Θα έχει ήδη πιάσει το πρώτο ψοφόκρυο, μα εκείνη  θα φοράει ακόμα το καλοκαιρινό ρομπάκι της·  θ’ ακουμπήσει το μπακιρένιο δίσκο της στο τραπέζι και θα κεράσει καλαμπούρια και βαρύ-γλυκό, συνοδεία “γερμένου υποβρυχίου” κι όσο παγώνει έξω η μέρα, εκείνη δωσ’του και θα σκουπίζει με την άκρη του τσεμπεριού τον ιδρώτα της.
«Ζέστα πάλι σήμερα παιδί μου, να πάτε για μπάνιο στην πίσω παραλία με τσι χαρουπιές, να’χετε λίγο ασκιανό…»

 Θα’ρθουν κι οι φίλοι του καλοκαιριού, που ανταλλάξατε υποσχέσεις και τηλέφωνα στο κατάστρωμα:
«Μη χαθούμε ρε παιδιά, να πιούμε ένα κρασάκι μόλις τακτοποιηθούμε έτσι;»
Κι ας το ξέρατε καλά πως, μετά την απομάκρυνση απ’ τη μπουκαπόρτα το επόμενο πρωί, θα σας ρούφαγε όλους η καθημερινότητα κι οι έγνοιες.

 Θα’ρθει κι ο απόηχος της συναυλίας, το ανκόρ του Μπακιρτζή απ’ τη βραδιά που γιόρταζε το  φεγγάρι, κάπου στη Βραυρώνα κι ένα μηχανάκι που θα μαρσάρει εκνευριστικά στο δρόμο, θα είναι μόνο η αφορμή για μια βόλτα “από το πάρκο στη Μυροβόλο”.

Θα’ρθουν κι οι βρεγμένες λέξεις, τα βιβλία που διαβάστηκαν πάνω στα βότσαλα κι ένα ξεραμένο φύκι που χρησίμευσε για σελιδοδείκτης εκείνο το πρωινό• ίσως είναι ακόμα κρυμμένο στο ποταμόπλοιο που ταξιδεύει στο διηνεκές, τον έρωτα του Φλορεντίνο και της Φερμίνα (*).

Οι αναπάντεχες καλοκαιρινές εξορμήσεις στην καρδιά του χειμώνα, συντελούνται σ’ όσους δεν τίναξαν όλη την άμμο απ’ τα πόδια τους. Όσους έχωσαν μια θαλασσόπετρα και λίγα κοχύλια στα συρτάρια τους, να μυρίζουν  αρμύρα τα μάλλινα κι οι κουβέρτες τους.

 Πολύ καλό “καλοκαίρι” να έχουμε αδέρφια!...

(*) Αναφορά στον νομπελίστα συγγραφέα Gabriel García Márquez και το βιβλίο του “Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας”.


Φωτογραφίες του Θάνου Τσάκαλου

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

H Αγία Τριάς της γαλαρίας

[17ο συμπόσιο ποίησης / συμμετοχή]


[40 χρόνια πριν…]
Με τα κοντοπαντέλονα στα ίδια τα θρανία
ένας αν ήταν άταχτος κι οι τρεις τους τιμωρία
«η αγία τριάς της γαλαρίας!» φώναζε η κυρία
τρία χεράκια απλώνονταν στο έλεος της βίτσας
τρεις χαρακιές και τρεις καρδιές
που ορκίζονταν στον αίμα τους, αιώνια φιλία.

Αρρώσταινε ο Θόδωρος με πυρετό κι οι άλλοι
ένα τσουκάλι ρεφενέ τρία κουτάλια στο φιδέ
και γυάλινο θερμόμετρο στην κάθε αμασχάλη
κουλούρι στα διαλείμματα στα τρία μοιρασμένο
στα τρία το παστέλι τους, στα τρία και η ΜΕΛΟ
χαρτάκια με ηθοποιούς και το Μικρό Σερίφη
και κοκοράκι μοιρασιά καθένας τους να γλύφει.

Τρία σκουπόξυλα-σπαθιά κι αν έβγαιναν τα φράγκα
τρία χωνάκια παγωτό βανίλια-σοκολάτα
ένα πατίνι ξύλινο κι οι φτέρνες τους για φρένο
«καθένας μια κατεβασιά» ήταν συμφωνημένο
βογκάγανε τα ρουλεμάν ξεκούφαινε η τραβάγια
ματώνανε τα χρόνια τους μα είχανε κουράγια.

 Εφηβομεγαλώνανε...
το πρώτο γρέζι στη φωνή και χνούδι στ’ αχειλάκι
χτένι, μπριγιόλ και τρεις φωνές «12.00 θα’σαι σπίτι!»
το πρώτο πάρτι με βερμούτ και στο πικάπ “oh mon amour
με το δισκάκι του Christophe το πρώτο καρδιοχτύπι
«Τα φτιάξατε;» ο ένας τον άλλο ρώταγε δειλά καθώς γυρνούσαν
«Προχώρα ρε κι αργήσαμε, θα πέσει απανταχούσα!...»

[40 μέρες πριν…]
«Στην πρώτη μας κατεβασιά, οι άλλοι δυο μια αγκαλιά»
ήταν συμφωνημένο…
Χειμώνες στο Αλκυονίς, στο Βοξ τα καλοκαίρια
ο Θόδωρος πάντα μπροστά να τους κερνάει σινεμά
«τρία για γαλαρία», με πασατέμπο και μπυράλ...

Σε τούτη την κατεβασιά, ορφάνεψε η παρέα•
ο Τάκης και ο Στέφανος πήγαν απόψε σινεμά
με τρία εισιτήρια θα πέσει η αυλαία
πίσω γαλαρία, ανάμεσά τους μια κενή, η θέση η δική του
όλοι μαζί όπως παλιά, σε μια ανάποδη τροχιά
να βλέπουν τη ζωή του...

5... 4... 3... 2... 1...
μια μηχανή που πέταξε ψηλά...
και μια στριγκλιά γι αντίο...
«Να προσέχεις μπαμπά»...
έρωτες, γάμοι και παιδιά...
χακί, σχολείο, γειτονιά...
«Η Αγία Τριάς της Γαλαρίας!» φωνάζει η κυρία
Κι ο  Θόδωρος θα πάρει απόψε
την πρώτη του απουσία…


Συμμετείχε στο 17ο Συμπόσιο Ποίησης που έτρεξε στο στέκι της Αριστέας (θεσμός πλέον). Ευχαριστώ ολόψυχα την οικοδέσποινα που μας παραχώρησε απλόχερα ένα φουλ πακέτο “ποιητικών αποδράσεων”, εν μέσω καύσωνα, πυρκαγιών, γκρίνιας και άλλων “ωραίων” που στιγμάτισαν αυτό το καλοκαίρι μας. 
Κι ένα λαχανιασμένο αλλά γεμάτο ικανοποίηση «Μπράβο!» στη συντροφιά των φίλων, που συμμετείχαν, διάβασαν και σχολίασαν.
Εις το επανιδείν λοιπόν…

Φωτογραφίες απ’ το διαδίκτυο

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Τραγούδι παρακαλώ!...

Η  αναμνηστική πληροφορία του μήνα: το Απάγκιο κλείνει αισίως τα τέσσερα χρόνια του. Έτσι, για να κρατάμε ένα μπούσουλα του χρόνου και του χάρτη που διασχίζουμε παρέα.  Αν μπορούσα να κάνω μια πρόποση παρέα με τους φίλους που απαγκιάζουμε συντροφιά όλα αυτά τα χρόνια, θα ήταν να συνεχίσουμε να μετράμε χειμώνες και καλοκαίρια όλοι μαζί, με τις χαρές και τις στεναχώριες μας, με τις συγκινήσεις και τις απογοητεύσεις μας… Σε πείσμα της εποχής των «κλεμμένων ονείρων», ν’ αφήνουμε τις πόρτες μας ξεκλείδωτες και να στήνουμε κάθε βράδυ τα μικρά μας πηγαδάκια, με κουβέντες ουσίας, ή και άνευ… Σας ευχαριστώ ολόψυχα για τη συντροφιά σας κι όλα όσα μοιραζόμαστε τόσα χρόνια· στη σοβαρότητα που απαιτούν οι ρημάδες οι περιστάσεις, μια φευγαλέα βόλτα με φίλους είναι λυτρωτική! Και ανέξοδη ε; Όσο κοστίζει ένα μαλλί της γριάς…

 Χεράκι και φύγαμε για τις ουσίες. Σ’ ένα μπαρ που ναυάγησε η αυγουστιάτικη σελήνη μας. Στην παγκόσμια ημέρα της γάτας ανήμερα –όσο να πεις, ήταν μια σατανική σύμπτωση- πήρε αγκαλιά  την κιθάρα της και μας είπε «Και πάλι χαίρετε»… Στο ομώνυμο διπλό άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 2009, η Αρλέτα σ’ ένα ρεσιτάλ χιούμορ και αυτοσαρκασμού έγραφε:

//Αν δεν είναι του γούστου σας, πετάξτε το γρήγορα στα περιστέρια. Αν είναι, θα χαρώ χαρά μεγάλη η νεκραναστημένη. Βγήκα από τα πέτρινα χρόνια μου με χρέη προς όλους όσους στάθηκαν δίπλα μου και τους ευχαριστώ από καρδιάς, ως τον τελευταίο που έστειλε e-mail ή έκανε μια προσευχή όταν την χρειαζόμουνα τόσο. Και ήταν πολλοί, πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι μπορούσα να φανταστώ. Ζητώ συγνώμη, δεν το ήξερα. Ελπίζω κάτι να τους προσφέρω και τώρα. Και πάλι χαίρετε, φίλοι μου. Ευχαριστώ από καρδιάς!... //

Δεν είναι πως αιφνιδιαστήκαμε. Είναι που χάσαμε έναν δικό μας άνθρωπο που κράταγε γερά τόσα χρόνια, που μέσα απ’ τις οδύνες της αρρώστιας, μας μεθούσε με τις μελωδίες της και ξεσκέπαζε τις ανασφάλειες και τα πάθη μας. Σαν να στοιχηματίζαμε κάθε φορά όλοι μας πως κι αυτή τη μάχη με τον «Κύριο εκεί πάνω» θα τη νικήσει, πως η αγάπη μας την κάνει άτρωτη και πως θα ξαναβγεί με την κιθάρα της σε μια συναυλία να νανουρίσει τα ανήσυχα βράδια μας. Να μας καθησυχάσει, πως πάει… πέρασε κι αυτός ο εφιάλτης:

Σώπα ησύχασε πια
έχεις περάσει πολλά
Νάνι και όνειρα γλυκά χρωματιστά
όνειρα ζαχαρωτά
ήταν όνειρο κακό εφιαλτικό
μα πέρασε κι αυτό
κάπνισε μια ρουφηξιά,
πιες μια γουλιά νεράκι δροσερό…

Είναι μια παλιά της συνέντευξη στην ΕΤ1 που θα ήθελα πολύ να μοιραστώ μαζί σας, έτσι σαν κέρασμα για τη γιορτή μου. Όχι πως της ταιριάζουν μνημόσυνα και δακρύβρεχτα κειμενάκια. Πείτε πως πίνουμε παρέα μια batida de coco και ξαναπιάνουμε απ’ την αρχή της ζωής της το νήμα· τα ξεδιπλώνει όλα ήρεμα, μελωδικά, με καταπληκτικό λόγο, αφοπλιστική ειλικρίνεια και αξεπέραστο χιούμορ. Αχ Μπέμπα… 
Εύχομαι ολόψυχα Καλή Παναγιά να έχουμε!
Κι αντί για πανηγύρια και μπερδέματα, ας πετάξουμε ό,τι μας βαραίνει, να ξαλαφρώσει λίγο η ψυχή «σαν το φτεράκι μιας μέλισσας»…


Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Λίγη Κρήτη στο αλουμινόχαρτο

Ευτυχώς βρέθηκε λίγος χώρος ελεύθερος. Κάτι τα θυμαρόμελα, κάτι οι τσικουδιές και τα κριθαροκούλουρα, τίγκαρε το όχημα. Σε κάποιες μικρές σχισμές όμως ανάμεσα στα πακέτα, στριμώξαμε λίγες μυρωδιές κι αγκαλιάσματα, για να βγάλουμε το χειμώνα στην Αθήνα. Ζόρικο να επιστρέφεις από Κρήτη. Στην κουπαστή του καραβιού καθώς ξεμακραίνει η πλωτή πολυκατοικία απ’ το λιμάνι, έχουν ήδη ξεκινήσει οι αναδρομές να γυρνοβολάνε τριγύρω σαν τα γλαροπούλια.

Μπορεί να είχα τη λαχτάρα να σφίξω στην αγκαλιά μου αγαπημένα πρόσωπα, ωστόσο η πυξίδα ήταν κολλημένη στο γειτονικό Ηράκλειο. Οι συνεννοήσεις έγιναν, ορίστηκε το πολυπόθητο ραντεβού και σ’ όλη τη διαδρομή είχαμε ζωντανό πλοηγό την Ρούλα να μας καθοδηγεί πώς θα φτάσουμε στο σπίτι της. Η υποδοχή στο δρόμο –γιατί μας περίμενε στημένη σε μια υπερυψωμένη γωνιά για να έχει ορατότητα στα διερχόμενα αυτοκίνητα- ήταν αξέχαστη.

 Δεν θυμάμαι πώς πέρασαν οι λίγες ώρες που μοιραστήκαμε μαζί της και με τον υπέροχο Γιώργη της. Είναι τα κενά μνήμης που δημιουργούνται σε στιγμές έντονης φόρτισης και χαράς. Ξεφυλλίζοντας σήμερα τις φωτογραφίες μας, ανακαλώ την ξύλινη πολιτεία του Γιώργη της, τις αριστοτεχνικές μινιατούρες σπιτιών που έχει κατασκευάσει, τα ρολόγια και τα ξύλινα μικροαντικείμενα που είναι φινιρισμένα από χέρι μαστόρικο και φυσικά το θρυλικό σιντριβάνι της αυλής που έχει επενδυθεί στο χέρι με ψηφιδωτά κοχύλια και πετράδια, όπως και το πλακόστρωτο δάπεδο. Το μικρό εργαστήρι της Ρούλας μας, θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ως γκαλερί τέχνης. Μια πανσπερμία αντικειμένων βαλμένων σε απόλυτη τάξη· απ’ τη ραπτομηχανή μέχρι τον υπολογιστή της και απ’ τις χαρτοπετσέτες για ντεκουπάζ μέχρι τα πινέλα και τις ακουαρέλες της.






Φεύγοντας απ’ το μαγευτικό Σμαραγδόσπιτο, πήραμε μαζί μας το παραδοσιακό προϊόν της Κρήτης. Το αλουμινόχαρτο. Μαζί με τα πεντανόστιμα μυζηθροπιτάκια της, μας τύλιξε τη συγκίνηση και την ατόφια αγάπη που κρύβει μέσα της. Τα αλουμινόχαρτα της Ρούλας, της μάνας, των συγγενών και των φίλων, είναι πια μια γλυκιά ανάμνηση γεύσεων και μυρωδιών. Έχει απομείνει όμως το βαζάκι της με γλυκό του κουταλιού, σοροπιασμένο και δαντελοστολισμένο. Να θυμίζει τις ωραίες στιγμές μας και να διατηρεί τη γλυκιά προσμονή για το επόμενο ταξίδι…

 Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού σε όλους και είθε να επιστρέφουμε όλοι με τις αποσκευές μας γεμάτες χαμόγελα και αισιοδοξία!