Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

25 λέξεις # 7 [ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ]


Ικέτης στο κακοτράχαλο ακρωτήρι.
«Θεέ των πάντων, που μ’ ευλόγησες με καρπούς και τρυφερά βλαστάρια, δεν απόμεινε παρά το φιλέρημο τρυγόνι 
να τανύζει τα φτερά του στα γυμνά μου σκέλη».


Φιλοξενήθηκε στον 7ο κύκλο των 25λεκτων, στο ΚΕΙΜΕΝΟ της Μαρίας Νικολάου.
Η επιβλητική φωτογραφία της Μαρίας, ήταν η αφετηρία και η αφορμή. Κόντρα στο ημερολόγιο που επιμένει πως έχουμε ανθοφορία εκεί έξω, η Μαρία ακτινογράφησε την άλλη εκδοχή της άνοιξης. Την εσωτερική γύμνια, τα αγκάθια της μοναξιάς, το φαρμάκι που στάζει σα ρετσίνι απ’ τα άγονα κλαριά «Τίποτα δε γίνεται… εδώ δε φυτρώνουν θαύματα πια…»
Κι ας το ξέρεις καλά πως σε κάθε σταύρωση, αντιστοιχεί και μια ανάσταση. Πως κάτω απ’ την πέτρα κυλάει γάργαρο το νερό. Και φτάνει ως τη φλέβα, την κάνει να χτυπάει πάλι με δύναμη, χορταριάζει και ανθίζει το θαύμα. Πίστη και υπομονή θέλει.

Καλή Ανάσταση σ’ ότι αφήσαμε να νεκρωθεί τα τελευταία χρόνια!

Υ.Γ. Στην Μαρία οφείλω ένα μεγάλο «Ευχαριστώ!» γιατί σε καιρούς ξηρασίας, τολμάει να φυτεύει μικρούς σπόρους στο χώμα, να τους φροντίζει με προσήλωση και να χαίρεται όταν βγαίνουν οι πρώτοι καρποί. Είναι εύκολο να κυκλοφορείς μ’ ένα δρεπάνι και να κόβεις ανθρώπινα φτερά, ελπίδες και όνειρα. Το ζητούμενο είναι η σπορά. Εκεί θα κριθούμε όλοι άλλωστε. 

[Οι φωτογραφίες είναι της Μαρίας Νικολάου]

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

1997 – 2015 [11ο συμπόσιο ποίησης]


Ήταν να πάει λέει το παιδί στις πανελλαδικές,
[άριστος θηρευτής παρεμπιπτόντως]
καμάκωνε σαν τον Άη-Γιώργη [μεγάλ' η χάρη του]
δράκοντες εξεταστικούς  
με εικοσάρια και επαίνους.

Αφού σου λέει,
απ' τη θερμοκοιτίδα του μαιευτηρίου
τσιφ στο εκ-παιδευτήριο με το κίτρινο σχολικό
γιατί άμα δεν τα μάθεις από μωρά κολύμπι,
μετά σου πνίγονται.
Ναι αμέ!

Σαράντισε που λες το πρόωρο
αγκού και ιδιαίτερα [πενήντα η ώρα παρεμπιπτόντως]
και ρευόταν βρεφική αριθμητική
και φαρίν λακτέ με αστρολάβους
«Μία για τη μαμά!»
και ρυζάλευρα με αζιμούθια
«Και μία για το μπαμπά!»

Στις νουτρίτσιες - 5 φρούτα / σούπερ δυναμωτικές
είχε ήδη γνωμοδοτηθεί:
*τι φρούτο θα γίνει
*τι ομάδα θα είναι
*πού θα κάνει μεταπτυχιακό
*πού θα κάνει διδακτορικό
*πού θα μείνει
*πού θα εργαστεί
*με ποια θα συνάψει σχέση
*πότε θα παντρευτεί
*πόσα παιδιά θα κάνει
*πότε θα χωρίσει
*πότε θα αποδημήσει
Όλα και παραόλα σου λέω!

Κι ήρθε η αποφράς μέρα των εξετάσεων που λες Φεβρωνία μου
και το ζαβό δε σηκώθηκε
όλως αιφνιδίως
«Σήκω για τη μαμά πουλάκι μου!»
«Το βηματοδότη του μπαμπά δε τον σκέφτεσαι;»

 Είδαν κι έπαθαν οι Χριστιανοί
να τον ξεκρεμάσουν απ' το πολύφωτο
[έλεγκαντ με ματ συρματόσχοινο και λεντ φθορίου παρεμπιπτόντως]

Περιστρεφόμενος στο κενό
σαν το κρεμαστό παιχνίδι που είχε στην κούνια του μωρό
κουρντισμένος στη μελωδία:
«γύρω-γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης»
στη διαπασών το είχε βάλει το σκασμένο
κι έφερνε γύρους στο ταβάνι
με τη γλώσσα του να κρέμεται
[που παρεμπιπτόντως, ποτέ δεν είχε βγάλει γλώσσα αυτό το παιδί]
και τα παιδικά του αεροπλανάκια
«που μείναν α-α-αταξίδευτα»

χέρια-πόδια στο κενό
κι όλοι ψάχνουν το γιατί
να κλωτσήσει το σκαμνί;
αιφνιδίως και αναιτίως!

Κλώτσησε την τύχη του το χαζό!
Λαμπρός επιστήμων θα γινόταν.
Απαρεγκλίτως!


Ø    Δεκαοκτάχρονος μαθητής σε γειτονιά της Νέας Σμύρνης, έκανε διπλή απόπειρα αυτοκτονίας επειδή δεν έγραψε καλά στις πανελλαδικές εξετάσεις στις 5 Ιουλίου 2010
Ø    27 Ιανουαρίου 2010, 18χρονος μαθητής των εκπαιδευτηρίων Μάνεση στο Νέο Ηράκλειο, βούτηξε στο κενό από μπαλκόνι τρίτου ορόφου, έξω από τη σχολική αίθουσα
Ø    Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012,  δεκαοκτάχρονη αυτοκτόνησε στη Νέα Ερυθραία
Ø    28 Μαΐου 2014, δεκαοκτάχρονος μαθητής στα Γιαννιτσά Πέλλας  ανέβηκε σε μία πολυκατοικία και βούτηξε στο κενό δίνοντας τέλος στη ζωή του, πριν από την γραπτή εξέταση του πρώτου μαθήματος των Πανελλαδικών εξετάσεων
Ø    Τρίτη 10 Ιουνίου 2014, δεκαοκτάχρονη μαθήτρια έκανε απόπειρα αυτοκτονίας στο Ηράκλειο Κρήτης μέσα στις σχολικές τουαλέτες, κατά τη διάρκεια της εξέτασης
Πηγή: thepressproject

 
 Η συμμετοχή μου στο 11ο συμπόσιο ποίησης που οργάνωσε η Αριστέα μας, 
στο μπλογκ της «Η ζωή είναι ωραία», με υποχρεωτική τη λέξη «παιδί». Οι συμμετοχές ξεπέρασαν αριθμητικά και ποιοτικά κάθε προηγούμενο, σωστοί «θησαυροί» όπως τους χαρακτήρισε με συγκίνηση η ίδια στο ξεκίνημα του συμποσίου.
Μέρες που είναι και βιώνοντας την κορύφωση της αγωνίας των εφήβων μας που ρίχνονται στην αρένα αντιμέτωποι με το «θηρίο» των εξετάσεων, ας δώσουμε κι εμείς τις δικές μας εξετάσεις ως γονείς.
Και το πιο SOS κεφάλαιο στη δική μας ύλη, δεν είναι το «Πώς έγραψες;»,
αλλά το «Πώς νιώθεις;»





Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Ο «κυρ-Γιώργης» μας εκπαιδεύει

Πριν 32 χρόνια, πέθανε ολομόναχος στο μικρό διαμέρισμά του στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ήταν  Μεγάλη Τρίτη, τον Απρίλη του 1984.

Το έλεγε πάντα με καμάρι πως καταγόταν από το Διακοφτό. Εκεί ξεκίνησε και την  καριέρα του, ανεβάζοντας σε μικρή ηλικία  θεατρικές παραστάσεις με αυτοσχέδια σκηνικά και πρωταγωνιστές τους συνομήλικους συγχωριανούς του. Οι γονείς του ήταν αντίθετοι στην προοπτική να γίνει θεατρίνος. Από το 1929, όταν τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο και για έξι χρόνια, προσπαθούσε να τους πείσει να τον αφήσουν να πάει στην Αθήνα να σπουδάσει. Τελικά, μεταχειρίστηκε ένα τέχνασμα: Έβαλε τον παπά της εκκλησίας του Αγίου Τρύφωνα να ζητήσει από τους θεοσεβούμενους γονείς του να του επιτρέψουν να σπουδάσει σε ιεροδιδασκαλείο της Αθήνας. Τα κατάφερε τελικά  και το 1938 αποφοίτησε απ’ τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου με άριστα. Κι ας τον είχαν κόψει αρχικά  στις εισαγωγικές εξετάσεις, επειδή πρόφερε βαθιά το λάμδα και το σίγμα. Όταν ο Αιμίλιος Βεάκης έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στους γονείς του για το δίπλωμα, αυτοί νόμισαν ότι ο Βεάκης ήταν διευθυντής του ιεροδιδασκαλείου και έσπευσαν με χαρά να δείξουν το τηλεγράφημα στους συγχωριανούς. Προς δυσάρεστη έκπληξή τους όμως, κάποιοι γνώριζαν στο Αίγιο το όνομα του μεγάλου αυτού ηθοποιού κι έτσι έγιναν τα αποκαλυπτήρια. Για πολλά χρόνια η αντιμετώπιση που είχε ο Διονύσης από συγγενείς και συγχωριανούς ήταν απαξιωτική έως και εχθρική.

Το 1940, ο Διονύσης υπηρετεί ως λοχίας στην πρώτη γραμμή του ελληνοαλβανικού μετώπου και παίρνει μέρος σε μεγάλες μάχες. Πολύ αργότερα, όταν ο πόλεμος ήταν μια μακρινή ανάμνηση απ’ το παρελθόν, είχε πει σε συνέντευξή του: «Δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια και αν περάσουν. Πώς να σβήσει από τη μνήμη μου η εξόρμησις στο ύψωμα του Αγ. Αθανασίου στη Χειμάρα; Ανεβήκαμε με χέρια και πόδια, πολεμώντας με πέτρες. Είχα, θυμάμαι, πέντε φυσίγγια επί 20 ώρες. Εκεί που είχαμε σκαρφαλώσει, δεν μπορούσαν να μας φτάσουν τα μεταγωγικά. Κι εμείς πολεμούσαμε με πέτρες». Βγήκε  τελικά ζωντανός απ’ την πρώτη γραμμή του μετώπου και μετά τη συνθηκολόγηση επέστρεψε στο Διακοφτό, με μόνο διαθέσιμο μέσο …τα πόδια του.

 Στην ταινία «Το Ξύλο Βγήκε από τον Παράδεισο» ο Σακελλάριος είχε πρόβλημα στη σκηνή με τα χαστούκια που δεν του έβγαιναν πιστευτά. Ούτε ο Ορέστης Μακρής, ούτε ο Τσαγανέας, ούτε ο Γαβριηλίδης μπορούσαν να δώσουν χαστούκι σωστά και με δύναμη. Οπότε μπαίνει ο Παπαγιαννόπουλος και λέει του Σακελλάριου. «Φέρε μία να της δώσω εγώ χαστούκι» και φραπ! το πέτυχε με την πρώτη. «Δόξα σοι ο Θεός!», λέει ο Σακελλάριος και γυρνάει προς τα 300 περίπου κορίτσια που συμμετείχαν στην ταινία: «Ποια θέλει να είναι η επόμενη;» Μέχρι τότε όλες ήθελαν για να κερδίσουν το γκρο πλαν, μετά όμως το χαστούκι του Παπαγιαννόπουλου, μόνο μία προσφέρθηκε. Φραπ! δίνει μία ο Παπαγιαννόπουλος και της βγάζει ένα δόντι. «Α, δεν πειράζει...», είπε η κοπέλα, «...ήταν χαλασμένο και θα πήγαινα στον οδοντίατρο να το βγάλω».

Στην ιστορική παράσταση «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ο Διονύσης  παίζει τέσσερις ρόλους. Του Βυζαντινού ζητιάνου, του Ελευθέριου Βενιζέλου, του Καραγκιόζη και του Γέρου του Μοριά. Ως Θόδωρος Κολοκοτρώνης, κατέβαινε απ’ το βάθρο του αγάλματός του για να εμψυχώσει τους Έλληνες να διεκδικήσουν την ελευθερία τους. Το τέλος του ρόλου του τον έβρισκε πάντα βουρκωμένο. Μαζί του κι οι θεατές που –εν μέσω δικτατορίας (Ιούνιος 1973)- διψούσαν για ελευθερία λόγου και πολιτική σάτιρα. Σ’ όλη τη διάρκεια των παραστάσεων έγινε λαϊκό προσκύνημα. Οι πρωταγωνιστές της ιδέας και της υλοποίησης -Τζένη Καρέζη και Κώστας Καζάκος- κατάφεραν να ξεγελάσουν τη λογοκρισία της χούντας και πήραν την άδεια για ν’ ανέβει η παράσταση στο καλοκαιρινό «Αθήναιον» της Πατησίων, απέναντι απ’ το Μουσείο. Έχοντας απίστευτη απήχηση στο κοινό, το έργο αυτό ξεπέρασε τα στενά θεατρικά όρια και αποτέλεσε πολιτικό γεγονός. Παρά την καθημερινή παρουσία εσατζήδων για να τρομοκρατήσουν  τον κόσμο, η παράσταση έγραψε ιστορία. 24 ηθοποιοί, μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και στο τραγούδι ο αξέχαστος Ξυλούρης. Τα συνθήματα απ’ τα πανό της παράστασης υιοθέτησαν οι φοιτητές στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, λίγους μήνες αργότερα.


Απ’ τον «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπηρ το 1938, μέχρι το θρυλικό «Ταξίδι στα Κύθηρα» το 1984, συμμετείχε σε 136 ταινίες, θεατρικά έργα και τηλεοπτικές εκπομπές. Κατά τραγική ειρωνεία, η αυλαία στις ζωές των δύο πρωταγωνιστών της ταινίας του Αγγελόπουλου,  συνέπεσε την ίδια χρονιά.


Για την ιστορία, ο Αγγελόπουλος βρήκε τον Κατράκη στο νοσοκομείο και του πρότεινε να παίξει στην ταινία που ετοίμαζε. Ο Μάνος δάκρυσε: «Θέλω να το κάνω, έστω κι αν πεθάνω. Μόνο που δεν ξέρω αν σου κάνω. Μπορεί να μου συμβεί κάτι. Εάν το ρισκάρεις εσύ, εγώ το ρισκάρω». Ο Αγγελόπουλος δίχως δεύτερη σκέψη απάντησε: «Το ρισκάρω!». Όταν πήγαν τον Μάνο στις Κάννες για να δει την ταινία, στη διάρκεια της προβολής είχε συγκινηθεί πάρα πολύ. «Νομίζω ότι είναι το καλύτερο πράγμα που έχω κάνει». Λίγο καιρό μετά πέθανε. Η ταινία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Καννών και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1984. Ο Διονύσης δεν πρόλαβε να ζήσει την εμπειρία της βράβευσης. Είχε φύγει λίγους μήνες πριν τον Μάνο, που πέθανε τον Σεπτέμβρη.



Απ’ όλες τις επικές ατάκες του αγαπημένου μας Νιόνιου, κρατάω την πιο συγκλονιστική, προς τον πολιτικό του αντίπαλο Μάνο Κατράκη: 
«Χάσαμε κι οι δυο!...» 
Όλος ο παραλογισμός του εμφυλίου και της εξορίας, οπτικοποιείται σ’ αυτή τη φράση, αποτυπωμένη με συγκλονιστικό τρόπο απ’ τον Παπαγιαννόπουλο.



[υλικό & φωτογραφίες για την ανάρτηση, αντλήθηκαν από πηγές στο διαδίκτυο και προσωπικά αναγνώσματα]


Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Aναμέτρηση με τα κυπαρίσσια

[Αλυσίδα ιστοριών: "Η Σοφίτα"]



Στο προηγούμενο:
Το τηλέφωνό της κουδούνισε μέσα από τη τσάντα της. Το έβγαλε κι είδε στην οθόνη το όνομα του Ιωάννου. Η καρδιά της σφίχτηκε. Πήρε βαθιά ανάσα.
«Παρακαλώ κύριε Ιωάννου».



Κλείνοντας το τηλέφωνο, θυμήθηκε αυθόρμητα το παλιό παιχνίδι που έπαιζε με τον παππού της στο χωριό.  Αναβίωσε το παιδικό της καρδιοχτύπι να τα μετρήσει σωστά:
«Ένα κυπαρίσσι κι άλλο ένα / μόλις φτάσεις ως το τρία / θα σου πω μια ιστορία…»
Στο μούχρωμα της πόλης, ένιωσε τις πολυκατοικίες να μεταμορφώνονται ξαφνικά σε θεόρατα κυπαρίσσια και τις λωρίδες της λεωφόρου να γίνονται βαλτώδεις λίμνες με σκουρόχρωμα νερά που κρύβουν ανείπωτα μυστικά στους βυθούς τους.
«Ο Ιωάννου ήταν; Τι σου είπε;» η ανήσυχη φωνή του Ορέστη διέκοψε τις παραισθήσεις της.
«Νομίζω πως πρέπει ν’ αφήσουμε γι αργότερα το σπίτι της Τούλας. Ο Ιωάννου έχει νέα…»

Το αυτοκίνητο του Ορέστη μούγκρισε σαν θηρίο που oσφραίνεται ξαφνικά ένα θήραμα και επιταχύνει για να το γραπώσει στα νύχια του. Η διαδρομή προς το γραφείο του Ιωάννου, τους βρήκε αμίλητους και βυθισμένους στις σκέψεις τους, εκείνος να πατάει δαιμονισμένα το γκάζι κι εκείνη να τον συνοδεύει με την ίδια κίνηση, πιέζοντας μηχανικά το πόδι της στο κενό. Λες και θα έφταναν πιο γρήγορα έτσι.
Σε λιγότερο από μισή ώρα πάρκαραν στο στενό που ήταν το γραφείο του ιδιωτικού ερευνητή.

Ατέλειωτη της φάνηκε η ανάβαση  μες στον ανελκυστήρα, λες και σκαρφάλωναν πολυώροφα κυπαρίσσια με δαιδαλώδη μονοπάτια και χαώδη φυλλώματα.
«Τέσσερα τα κυπαρίσσια / κι άλλα δύο κάνουν έξι / άραγε πόσα ακόμα / θα μας βρουν μέχρι να φέξει;”

Ο Ιωάννου τους καλοδέχτηκε και φαινόταν ανυπόμονος να τους παρουσιάσει τα ευρήματά του.
Τους έκανε νόημα να καθίσουν στις δύο πολυθρόνες απέναντί του, άνοιξε ένα συρτάρι  κι
άπλωσε μερικά χαρτιά μπροστά του.
 «Οι εξελίξεις είναι ανατρεπτικές και φέρνουν νέα στοιχεία στην υπόθεσή σας κυρία Μιχαήλ. Ο Αγγέλου μοιάζει με άνθρωπο-φάντασμα. Νόμιζα πως είχαμε φτάσει πολύ κοντά του, θεωρώντας πως είναι ο συνονόματος με την εταιρεία ηλεκτρονικών. Ωστόσο μετά από μια σύντομη συνάντησή μας –την οποία με μεγάλη δυσκολία τον έπεισα να γίνει- διαπίστωσα πως πρόκειται απλά για μια σατανική σύμπτωση. Ο τύπος κρύβεται για τους δικούς του λόγους στα τηλέφωνα και δεν έκανε ποτέ παιδιά και οικογένεια. Δεδομένου ότι μεγάλωσε και σπούδασε ηλεκτρονικός στην Αυστραλία πριν έρθει σε ώριμη ηλικία στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση, τον αφαιρεί απ’ τη λίστα των ερευνών μας. Τουλάχιστον μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου...»

«Ώστε δεν είναι ούτε αυτός...» μονολόγησε απογοητευμένη η Σοφία, ξεχνώντας προς στιγμή πως ο Ιωάννου της επιφύλασσε άλλες αποκαλύψεις.

«Επιτρέψτε μου να συνεχίσω... ερευνώντας παλιά αστυνομικά δελτία καθώς και αποκόμματα απ’ τις εφημερίδες της αντίστοιχης περιόδου, ανακάλυψα κάτι πολύ ενδιαφέρον. }Ο εικονιζόμενος Γεώργιος Αγγέλου, ο οποίος θεωρείται απ’ τους εγκεφάλους πολυμελούς κυκλώματος λαθρεμπορίου ναρκωτικών, συνελήφθη στο Παλέρμο της Ιταλίας και παραπέμπεται με βαρύτατες κατηγορίες στον τοπικό εισαγγελέα. Αναμένεται η έκδοσή του στην Ελλάδα εφόσον ολοκληρωθούν οι τυπικές διαδικασίες μεταξύ των εκεί διωκτικών αρχών με τις αντίστοιχες Ελληνικές~...

~//~
«Μου θυμίζετε την ημερομηνία γέννησης σας κυρία Μιχαήλ;»
«Τι… τι σημασία έχει κύριε Ιωάννου;»
«Το απόσπασμα που σας διάβασα, δημοσιεύτηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του ’83. Σας λέει κάτι η ημερομηνία;»
«Λίγες μέρες μετά τη γέννησή μου!...»
«Και κάτι ακόμα. Μετά από αίτημα του δικηγόρου του, δεν εκδόθηκε ποτέ στην Ελλάδα. Επέλεξε να δικαστεί και να εκτίσει την πολυετή ποινή του στην Ιταλία. Στη δίκη του καθώς και στη διάρκεια της φυλάκισής του, δεν τον επισκέφτηκε ποτέ κανείς δικός του. Και κάτι τελευταίο. Τα έξοδα του δικηγόρου του, καλύφτηκαν από έναν αξιωματικό του εμπορικού ναυτικού… κάποιον Δημήτρη Αναγνώστου».
«Ο πατέρας της Γιώτας!...»
«Τον γνωρίζετε;»
«Μόνο την κόρη του… ήταν στενή φίλη της οικογένειας».
«Μάλιστα… Φαίνεται πάντως πως αυτός ο άνθρωπος ήταν ο μόνος που ενδιαφέρθηκε για τον Αγγέλου. Ψάχνοντας παλαιότερα ναυτολόγια του πλοίου EVIQUEEN μέσω της ολλανδικών συμφερόντων ναυτιλιακής εταρείας,  ανακάλυψα πως ο Αγγέλου εργάστηκε κοντά στον Αναγνώστου ως ασυρματιστής για κάποιο διάστημα. Ο Αναγνώστου μάλιστα, το συγκεκριμένο διάστημα, ήταν καπετάνιος στο πλοίο.

«Μα δεν είχατε βρει στοιχεία του στο ΝΑΤ, όπως μου είχατε πει... σωστά;»
«Σωστά... το πλοίο ήταν ναυτολογημένο με ξένη σημαία και μη συμβεβλημένο με το ελληνικό ταμείο ασφάλισης. Οι περισσότεροι Έλληνες ναυτικοί που θήτευσαν στο πλοίο αυτό, είχαν υποβάλλει στο ΝΑΤ αίτηση αναγνώρισης χρόνου εργασίας, καταθέτοντας  πιστοποιητικά υπηρεσίας. Κι ο Αναγνώστου ήταν ένας απ’ αυτούς, όχι όμως ο Αγγέλου. Δεν βρέθηκε καμιά αίτηση μ’ αυτό το όνομα και φυσικά δεν καταχωρήθηκε ποτέ στα αρχεία του ταμείου.... Πάντως πρέπει να έκανε ελάχιστα ποντοπόρα ταξίδια, αφού όταν τον συνέλαβαν ανήκε στο πλήρωμα ναυλωμένου σκάφους με ξένη σημαία, που έκανε συγκεκριμένα δρομολόγια από Τύνιδα, προς ευρωπαϊκά λιμάνια.  Προφανώς είχε ήδη ξεκινήσει την καριέρα του λαθρέμπορου».

«Παρακαλώ... μπορώ να δω τη φωτογραφία του;»
Δεν ήταν η φωνή της αυτή, ήταν ένα ξέπνοο ψέλλισμα που βγήκε απ’ το στόμα της, δίχως τη συγκατάθεσή της. Βλέποντας απ’ την ανάποδη το απόκομμα της εφημερίδας που είχε στα χέρια του ο Ιωάννου, ήταν σχεδόν βέβαιη πως αναγνώρισε το πρόσωπο του άντρα. Τον είχε ξαναδεί στη φωτογραφία που είχε ανακαλύψει στο σπίτι της Τούλας. Η μητέρα της, η Τούλα και στη μέση αυτός.
«…μόλις φτάσεις ως το τρία / θα σου πω μια ιστορία…»
Το μυαλό της στροφάρει ανάποδα, σαν φιλμ που το επαναφέρεις με γρήγορη κίνηση στην αρχή της ταινίας.
Ένας ασήμαντος λεκές από καφέ στο φουστάνι της «Λεκές στην οικογένεια! Αυτό είσαι!… ένας βρωμερός λεκές που μας στιγμάτισε για πάντα! Σε μισώ!... Χάσου από μπροστά μου!» μια θαμμένη παιδική μνήμη, που δεν είχε ανασυρθεί ως τώρα στη συνείδησή της. Ένα βράδυ πετάχτηκε απ’ το παιδικό της κρεββατάκι, τρομαγμένη από υστερικές φωνές και κλαυθμούς. Ήταν η θεία; Ή μήπως η μάνα; Υπήρχε κάποιος άλλος μαζί τους; Ο παππούς πρέπει να έλειπε, γιατί σίγουρα θα έτρεχε κοντά της να την κλείσει προστατευτικά στην αγκαλιά του. Να μην ακούει, να μη βλέπει...

Η ξεκλείδωτη σοφίτα η γιαγιά Ρόζα είχε το παρατσούκλι «δεσμοφύλακας» στο χωριό. Ποτέ δεν άφηνε τίποτα στην τύχη του. Ως και τον θάνατό της είχε φροντίσει να τον προαναγγείλει στον επιστήθιο φίλο τους, τον καπετάν-Δημητρό, αφήνοντας του παραγγελιές για την εγγόνα της. Ή μήπως για κάποιο άλλο πρόσωπο;

Ξεκούρασε το βλέμμα της για λίγο στον Ορέστη, που την παρατηρούσε ανήσυχος μετρώντας τις αντιδράσεις της. Ο αγαπημένος της Ορέστης… τον πρωτοείδε σ’ εκείνη την έκθεση ζωγραφικής στη σχολή Καλών Τεχνών κι αμέσως κατάλαβε πως η μοίρα της ήταν δεμένη μαζί του. Ακόμα θυμάται το αμήχανο χαμόγελό του, μπροστά απ’ τη μεταξοτυπία του Βαν Γκογκ… Τα δυο του μάτια που λαμπύριζαν από έρωτα, με φόντο τα κυπαρίσσια του ζωγράφου. Πόσα να ήταν άραγε σ’ αυτόν τον πίνακα;

«Aγάπη μου το κινητό σου… θα το σηκώσεις;»
Ένιωσε δυο ζευγάρια μάτια να την καρφώνουν γεμάτα απορία. Συνήλθε αμέσως και απάντησε στην κλήση μηχανικά, δίχως να δει τον αριθμό που την καλούσε και ζητώντας συγνώμη απ’ τον Ιωάννου για τη διακοπή που έπρεπε αναγκαστικά να γίνει στην κουβέντα τους.

«Η κυρία Μιχαήλ; Καλησπέρα σας, απ’ το γραφείο τελετών σας καλώ. Τα συλλυπητήρια μου για τη θεία σας… ειλικρινά λυπάμαι… ήθελα να σας ενημερώσω ότι παραλάβαμε τη σωρό της  και αύριο το πρωί θα πρέπει να περάσετε απ’ το γραφείο για να μας φέρετε τα ρούχα της… καταλαβαίνετε ε; Eπίσης θα πρέπει να παραλάβετε απ’ το νοσοκομείο την ιατροδικαστική έκθεση και να φέρετε ένα αντίγραφο…»

«Ιατροδικαστική έκθεση; Τι εννοείτε; Έγινε ιατροδικαστική εξέταση στη θεία μου; Για ποιο λόγο;»
«Α, τίποτα το ιδιαίτερο… τυπικά όλ’ αυτά, μην ανησυχείτε. Κανένα εύρημα. Εκτός από εκδορές και μώλωπες που προήλθαν απ’ την πτώση της  όταν έχασε τις αισθήσεις της... μια βαθιά ουλή στον αριστερό της μηρό από παλιό τραύμα και φυσικά την καισαρική τομή της…»
«Την ποια;;;»
«Όντως ήταν πολύ αντιαισθητικό... παλιά έκαναν τεράστια τομή και χοντρά ράμματα στις γυναίκες... βλέπετε, δεν υπήρχε η πολυτέλεια για πλαστικές εκείνα τα χρόνια…»
«….»
«Κυρία Μιχαήλ;... Μ’ ακούτε;... Σοφία
~//~
Δεν χρειάστηκε ν’ ανταλλάξουν πολλά λόγια. Σ’ ελάχιστα λεπτά απ’ τη στιγμή εκείνη, οι γρίλιες του γραφείου σκοτείνιασαν  ξαφνικά και τρεις άνθρωποι ξεχύθηκαν βιαστικοί απ’ την είσοδο της πολυκατοικίας.
«Καλύτερα να οδηγήσω εγώ.. εσείς προσπαθείστε να συγκεντρώσετε την ψυχραιμία σας και το υλικό που έχετε στα χέρια σας... νομίζω πως στο σπίτι της μυστηριώδους θείας Τούλας, θα βρούμε τα κομμάτια που μας λείπουν... για να ολοκληρώσουμε επιτέλους την εικόνα...»

Ο Ορέστης κάθισε στο πίσω κάθισμα μαζί της, την αγκάλιασε προστατευτικά κι άφησε ένα τρυφερό φιλί στα μαλλιά της. Έσφιξε με νόημα τα χέρια της, κι ήταν σαν να της έλεγε:
«Μη φοβάσαι αγάπη μου! Ό,τι κι αν έρθει θα το περάσουμε μαζί!»
«Μου επιτρέπετε να βάλω χαμηλά το ραδιόφωνο; Έχει την αγαπημένη μου εκπομπή, αναγνώσματα λογοτεχνικών κειμένων... αν δεν σας ενοχλεί, θα ήθελα ν’ ακούσω τη συνέχεια... ξέρετε, με βοηθάει να οργανώνω τη σκέψη μου... και δεν είναι λίγες οι φορές που συμπτωματικά βρίσκω κάποιες απαντήσεις στις υποθέσεις που ερευνώ...»
«Παρακαλώ κύριε Ιωάννου!... ίσως βοηθήσει και τις δικές μας σκέψεις... πού ξέρετε;»
~//~

Ο Ορέστης μισάνοιξε το πίσω παράθυρο και η αύρα απ’ το βραδινό αεράκι, παρέσυρε για λίγο τις βασανιστικές τους σκέψεις. Η απαλή μελωδία απ’ το ράδιο γαλήνεψε την αντάρα που τους κατάτρεχε, τρεις άνθρωποι αμίλητοι, με τις σκέψεις τους σε παράλληλες τροχιές, να τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, διαγράφοντας οργιώδη σενάρια. Λες και κάποια αόρατη δύναμη άνοιξε διαμιάς το κουτί της Πανδώρας, απελευθερώνοντας καλοφυλαγμένα μυστικά και κιτρινισμένες σελίδες απ’ το παρελθόν.
«Τη νύχτα που μετρώ ξανά τα κυπαρίσσια... ένα-ένα ως το τελευταίο... θα με περιμένει άραγε ο παππούς μ’ ένα γλύκισμα;… θα τηρήσει την υπόσχεσή του;» ...σκέφτηκε με παράπονο η Σοφία. Ένιωσε μιαν έντονη ναυτία να την ανακατεύει, σαν  να την κατάπιε ξαφνικά ένα τεράστιο κύμα κι εκείνη ανήμπορη ν’ αντισταθεί, παρασύρεται ολοένα στην ορμητική του δίνη. Σαν τον υποτιθέμενο θάνατο του πατέρα της...

«...Εκεί, μέσα στον ύπνο μου, μ’ εφάνηκε πως έκλαψε το παιδί. Το καϋμένο!, είπα, δεν έφαγε σήμερα χορταστικά. Και ακούμβησα στην κούνια του να το βυζάξω. Mα ήμουν πολύ κουρασμένη και δεν μπορούσα να κρατηθώ. Το έβγαλα λοιπόν, και το έβαλα κοντά μου, μέσ’ το στρώμα, και του έδωκα τη ρόγα στο στόμα του. Εκεί με ξαναπήρεν ο ύπνος.
Δεν ηξεύρω πόσην ώρα ήθελεν ως το πουρνό. Μα ’σαν έννοιωσα να χαράζη – ας το βάλω, είπα, το παιδί στον τόπο του.
Μα κει που πήγα να το σηκώσω, τι να διω! Το παιδί δεν εσάλευε!
Εξύπνησα τον πατέρα σου· το ξεφασκιώσαμε, το ζεστάναμε, του ετρίψαμε το μυτούδι του, τίποτε! – Ήταν απεθαμένο!...»
Φίλες και φίλοι της εκπομπής, ακούσατε ένα απόσπασμα απ’ το έργο του Γεωργίου Βιζυηνού
}Το αμάρτημα της μητρός μου~
Ανανεώνουμε το ραντεβού μας για αύριο  βράδυ, όπου θα ολοκληρώσουμε την ανάγνωση του συγκλονιστικού διηγήματος. Ευχαριστούμε που ήσασταν στην παρέα μας κι απόψε.
Να έχετε μιαν υπέροχη βραδιά!
~//~

Το αυτοκίνητο του Ιωάννου, ανέπτυξε ξαφνικά ταχύτητα. Ο οδηγός πάτησε δυνατά το γκάζι, κλείνοντας με μιαν απότομη κίνηση το ραδιόφωνο...



Η «Σοφίτα» είναι ένα συλλογικό διήγημα και βασίζεται σε μια ιδέα της Μαρίας Νικολάου, που το ξεκίνησε, το συντονίζει και θα το ολοκληρώσει στο ΚΕΙΜΕΝΟ της.
Δεκαέξι μπλόγκερς, δημιουργούμε μια σπονδυλωτή ιστορία, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση και προσχέδιο, αλλά με μοναδικό μπούσουλα την έμπνευση και τη φαντασία μας. Καθεμιά μας παραλαμβάνει την ιστορία-σκυτάλη απ’ την προηγούμενη, τη συνεχίζει και την παραδίδει στην επόμενη.
Εν αρχή ην ο λόγος  της Μαρίας λοιπόν και η αυλαία θα πέσει απ’ την ίδια, μόλις ολοκληρωθεί ο κύκλος των μπλόγκερς.
[Επόμενη στη σειρά, η Χριστίνα μας στο ιστολόγιο της: 
http://butterfly-butterflysworld.blogspot.gr]

Μαρία Νικολάου

[φωτογραφίες απ' το διαδίκτυο]

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Τα μανουσάκια της κυρά-Πολυξένης

Θυμιώ να με λέτε. Ευθυμία το βαφτιστικό μου, στη μνήμη του μοναχογιού της νουνάς, που τον εκτελέσανε δεκαεφτά χρονώ παλληκάρι οι τσολιάδες στον εμφύλιο. Η σχωρεμένη η νουνά το’βαλε όρο στη μάνα: 
 «Άμα δε σ’αρέσει τ’ όνομα κουμπάρα, άμε βρες άλλον να στο βαφτίσει!»
Η κυρά-Πολυξένη ήταν η πρακτική γιάτρισσα που με ξεγέννησε, η μοναδική συγχωριανή που γιατροπόρεψε τη μάνα στη δύσκολη γέννα της. Παλιά πρόσφυγας απ’ την Τασκένδη, την κορόιδευαν τα παιδιά στις αλάνες, γιατί είχε λέει γυάλινο το ζερβό της μάτι και το μισό της καύκαλο ήταν από λαμαρίνα, θυμητάρι από τραύμα στις μάχες του αντάρτικου, στα κορφοβούνια της Παρνασσίδας. Κι ως βγήκα καχεκτική σαν τα χαμόδεντρα στις πεζούλες της πλαγιάς, με λυπήθηκε και το’ ταξε πως θα με βαφτίσει αν ζούσα. Σπάνια μίλαγε, μα τη θυμάμαι να μαζεύει μανουσάκια απ’ τις βραγιές και να τα φέρνει σπίτι μας με λίγα αυγουλάκια απ’ τις κοσάρες της, να φάω να δυναμώσω που ήμουνα λειψή απ’ την αδενοπάθεια. Ξέφυγε ο νους, συμπαθάτε με…

Στην πρόσκληση της μάνας στα βαφτίσια, μονάχα τρεις νοματαίοι ήρθαν. Η Βαρδαμήλαινα με το σακάτικο ισχίο σερνάμενη απ’ τον καλότροπο άντρα της τον κυρ-Χρόνη κι η κυρά-Βενετσιάνα του φούρναρη. Άλλος συγχωριανός δεν πάτησε στην εκκλησιά, κι ας σταυροκοπιόντουσαν γονυπετώς στους εσπερινούς, αφού πρότερα βριζόντουσαν στα κεφαλόσκαλα. Ως κι ο κυρ-Θόδωρος ο μπακάλης, που η μάνα  τον ανάστησε με ενέσεις πενικιλίνης σαν θανατοπάλευε με τις πνευμονίες και που της είχε μεγάλη υποχρέωση καταπώς έλεγε, μήτε κι αυτός ήρθε. Πολύ την έγδαρε αυτό τη μάνα. Συμπαθάτε με, συγκινήθηκα…

Θυμιώ λοιπόν. Της Ματούλας Καραμπίνη. Αγνώστου πατρός στα χαρτιά. «Βαριά σκιά θα πλακώνει το κορίτσι μας!», μοιρολογούσε η γιαγιά. Βροχή τα δάκρυα στης μάνας την τριμμένη ποδιά. Κύρτωνε η ράχη της στο μαρμάρινο νεροχύτη. Παρευθύς τεντωνόταν σαν ελατήριο, έσιαζε τις φουρκέτες της και καμωνόταν πως ψαχούλευε το ραφάκι με τα μπακίρια και τα κατσαρολικά. «Μη τα λες αυτά μπροστά στο παιδί!» τη μάλωνε χαμηλόφωνα, μα εγώ τις άκουγα κάθε σύθαμπο στην αυλή πάνω στα ασβεστωμένα πλιθιά, να κλαίνε φαρμακωμένες κάτω απ’ τη γέρικη μουριά κι ύστερα να προσεύχονται  στους ξύλινους αγίους στο εικονοστάσι.

Ο πάτερ-Τιμόθεος μας διάβαζε τα συναξάρια του Νικόδημου, για τη φιλαυτία και τ’ ανθρώπινα πάθη, μεγάλη βδομάδα κι ετοιμαζόμασταν να γιορτάσουμε την Πασχαλιά. Όρμησε αλαφιασμένη στο ναό η κυρά-Πολυξένη, «Τρέχα πουλάκι μου σπίτι… η μάνα σου…». Μήτε που θυμάμαι πώς έφτασα στην αυλόπορτα, τραβηγμένο ήταν το σιδερένιο μάνταλο. Κατάχαμα στην κουρελού τη βρήκα, με τα μυγδαλωτά της μάτια ορθάνοιχτα, σαν την Παναγιά στο εικονοστάσι μας,  ένα ξέπνοο κουφάρι μ’ όλη τη θλίψη του κόσμου μαζεμένη στο πρόσωπό της… η μανούλα μου στο σταυρό του μαρτυρίου, αυτόν που στολίζαμε με πανσεδάκια πρωτύτερα στην εκκλησιά.

Αυτό γιατρέ μου με χαράκωσε...Τρεις-τέσσερις άνθρωποι να κουβαλάμε βουβοί το φορτίο της στο αγιάζι, ως τα ριζά του κοιμητηρίου. Οι συγχωριανοί γλεντούσαν την ανάσταση του Χριστού κι ήταν μόνο η κυρά-Πολυξένη που απόθεσε λίγα μανουσάκια πριν την καταπιεί το χώμα. Κι όταν έπεσε η αυλαία κι ο πάτερ-Τιμόθεος έφυγε βιαστικός για το χωριό, φύτρωσαν τα μανουσάκια πάνω στο νωπό χώμα, δεύτερη ανάσταση μου φάνηκε, μύρισα ανοιξιάτικες ευωδιές κι είδα τη μορφή της στον ουράνιο θόλο… στιγμιαία, μα την είδα σας λέω!..


Η κυρά-Πολυξένη και τα μανουσάκια της, πήραν μέρος στον έβδομο κύκλο του «Παίζοντας με τις λέξεις», στο στέκι της Μαρίας μας. Οι πιο παλιοί θα θυμούνται καλά πως το παιχνιδόλεξο εμπνεύστηκε και πρωτοξεκίνησε η Φλώρα μας στο TEXNIS STORIES. Τη σκυτάλη και τη γενναία απόφαση να το συνεχίσει, πήρε η Μαρία και –προσωπικά- νιώθω ευγνώμων για την παραχώρηση του χώρου και του χρόνου της. Ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου τους συνοδοιπόρους και συμπαίχτες που πήραν μέρος σ’ αυτήν την ενότητα, έχοντας μιαν ιδιαίτερη λέξη να διαχειριστούν. Τη φιλαυτία. Καθόλου τυχαία η επιλογή της και χαίρομαι που δουλέψαμε μ’ ένα τέτοιο υλικό στον «πάγκο» μας. Μπορεί να δυσκόλεψε αρχικά, όπως κάθε τι που σκάβει κάτω απ’ την επιδερμίδα μας και απαιτεί να το ψάξουμε στο προσωπικό μας αξιακό «λεξικό», να το ορίσουμε και να του δώσουμε τη διάσταση που του πρέπει.
Ευχαριστώ θερμά για τα σχόλια σας και την αγάπη που περιβάλλατε την κυρά-Πολυξένη!
Ένα ματσάκι μανουσάκια και την καληνύχτα μου!



Οι φωτογραφίες απ’ το προσωπικό λεύκωμα της Μαρίας εδώ: http://mytripssonblog.blogspot.gr/