Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Άνοιξη στα βάθη της Αβησσυνίας

-       Ο κύριος;... Πώς μπορώ να βοηθήσω;
-       Θα ήθελα λίγη άνοιξη σε προσιτή τιμή... έχετε;
-       Eιδικότης του καταστήματος!… θα την πάρετε εδώ ή να σας την πακετάρω;
-       Εδώ καλύτερα…  
-       Περίφημα! Ετοιμάζω τα σύνεργα… εσείς βολευτείτε εκεί έξω στη λιακάδα κι έφτασα κι εγώ.
-       Μπορώ ν’ αφήσω το χειμώνα μου σ’ αυτήν τη μπρούτζινη ομπρελοθήκη;
-       Ελεύθερα! Κι ότι άλλο σας βαραίνει… τις βροχές, τους βοριάδες και τ’ ακραία καιρικά σας.
-       Ευχαριστώ, ξεχειμώνιασα ήδη!... Να καθίσω εδώ; Καλά είναι;
-       Μια χαρά!... σηκώστε μου λίγο το κεφάλι ψηλά…
-       Δύσκολα μου βάζετε… Εγώ για να καταλάβετε κύριε μου, τα τελευταία χρόνια είμαι διαρκώς με το κεφάλι κολλημένο στο στήθος.
-       Φαίνεται στο κυρτωμένο σβέρκο σας… αλήθεια, πόσων χειμώνων είστε;
-       Σαράντα, αν δεν έχω χάσει το μέτρημα στους Μάρτηδες.
-       Μόλις τελειώσουμε, θα φαίνεστε δέκα Μάρτηδες λιγότερους!... γελάτε;… αλήθεια σας το λέω, θ’ ανοίξει το πρόσωπό σας, θα δείτε!

-       Πολύ αισιόδοξο σας βρίσκω κύριε μπαρμπέρη μου!...
-       Μα δεν είμαι μπαρμπέρης... ένας απλός μεταπράτης είμαι. Συλλέγω εποχές και τις μεταποιώ στις ανάγκες των πελατών μου.
-       Κάνετε κι ανταλλαγές δηλαδή; Έχω μια μεγάλη συλλογή από παγωμένες νύχτες, τα άπαντα της μοναξιάς σε δερματόδετους τόμους, βινύλια με ανήλιαγα πρωινά και μπακιρένιους έρωτες.
-       Τις αξυρισιές ξεχάσατε… πολύ σύντομα θα διαθέτατε και συλλογή από βοστρύχους.
-       Πλάκα έχετε!... δεν μου είπατε όμως… μπορούμε να τα βρούμε στην τιμή και να πάρω την ανοιξιάτικη συλλογή σας;
-       Μα βέβαια! Στην άνοιξη όμως να ξέρετε, δεν κάνω σκόντο. Η αξία της είναι ανεκτίμητη και τα κομμάτια που διαθέτω πολύ φίνα.
-       Για πείτε… μ’ ενδιαφέρει πολύ!... Κολόνια λεμόνι μου βάζετε; Αχ, τι μου θυμίσατε!... κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου είχε λατρεία σ’ αυτή την κολόνια, είχε κι ένα γυάλινο μπουκαλάκι με ψεκαστήρι… ξέρετε, είχε κι εκείνος ένα συνοικιακό μπαρμπέρικο και μου μάθαινε ν’ ανακατεύω ανθόνερο με μοσχοσάπουνο σ’ ένα τσίγκινο κυπελάκι, κι ύστερα…
-       Η κολόνια δώρο του καταστήματος! Το πακέτο λοιπόν περιλαμβάνει ένα ανοιξιάτικο ποτ-πουρί με αμείλικτες λιακάδες, μεταφυτεύσεις λουλουδιών, πρωταπριλιάτικα ψέματα,  κατανυχτικές φεγγαρογιορτές, πασχαλιές ανθισμένες, πορφυρά ηλιοβασιλέματα και ευοίωνα χελιδονοκαλωσορίσματα.
-       Φοβάμαι ότι έχω ξεχάσει τις οδηγίες χρήσης… πώς θα τη μεταχειριστώ τόση άνοιξη;
-       Δεκτές και οι επιστροφές. Αν δεν καταφέρετε να την κάνετε ζάφτι, τη φέρνετε πίσω και σας επιστρέφω το χειμώνα σας, που μου είναι και άχρηστος δηλαδή.
-       Γιατί το λέτε αυτό;
-       Δεν έχει πια ζήτηση κύριε μου. Γέμισε ο τόπος χειμώνες, ποιος θα’ρθει ως την Αβησσυνίας να πάρει δεύτερο χέρι χειμώνα;
-       Σωστά… και πόσο θα μου κοστίσει η άνοιξη;
-       Δικαιωματικά σου ανήκει παλληκάρι μου… η δική σου άνοιξη είναι που μου την άφησες αμανάτι εδώ και χρόνια. Την περιποιήθηκα, την κράτησα ζωντανή και καλοδιατηρημένη και σε περίμενα να την αναζητήσεις. Καβάλησε τη μοίρα σου και γκάζωσε τη ζωή σου, να τη νιώσεις ως το μεδούλι. Κι όταν θα την κατακτήσεις ολότελα, έλα να με βρεις ξανά με τα χαμόγελα και τις ελπίδες σου… Μπριλ-κρημ βάζουμε ή τα θέλεις ατημέλητο λουκ;

 Eκείνο το Κυριακάτικο πρωινό, οι περαστικοί χάζευαν έναν φρεσκοξυρισμένο άντρα που είχε μείνει σα στήλη άλατος μπροστά σ’ ένα παλαιοπωλείο. Χάζευε για ώρα την ξεθωριασμένη ταμπέλα, παρατηρούσε σα χαμένος τους περαστικούς και διαρκώς χάιδευε τα μάγουλα με τα ακροδάχτυλά του, πριν τα φέρει στη μύτη του για να τα μυρίσει. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού του φώναξε να πάρει τη βέσπα του απ’ το πεζοδρόμιο και να φύγει γιατί εμπόδιζε τους περαστικούς. Ύστερα χώθηκε στο μαγαζάκι του και κλείδωσε την τζαμένια πόρτα. Η ξεθωριασμένη ταμπέλα στην πρόσοψη, τραντάχτηκε για λίγο, σαν να φύσηξε ένα ξαφνικό αεράκι κι ένα αόρατο χέρι την μετακίνησε απ’ τη θέση της.
«Παλαιοπωλείον – Ο χαμένος παράδεισος» έγραφε κι η ήλιος λες κι είχε ρίξει τους προβολείς του πάνω της, εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό. Στα βάθη της Αβησσυνίας...


Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

25 λέξεις #6 [Συμμετοχή]


«Σοβαρό γιατρέ;»
«Έτσι φοβάμαι...ευρήματα χρωμάτων!»
«Τελευταία ανοίγω χαραμάδες ελπίδας»...
«Πήρε φως η ζωή σας! Απερισκεψία σας κύριε Γκριζόπουλε!»
«Εννοείτε πως...κινδυνεύω να ζήσω;»
«Δεν σας δίνω λιγότερα από τριάντα χρόνια ζωής...Λυπάμαι!»

 Η συμμετοχή μου στον 6ο κύκλο των «25 λέξεων»,  σε μια φωτογραφία της Μαρίας Νικολάου. Τα κείμενα φιλοξενούνται στον προσωπικό  της χώρο: ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ και ομολογουμένως οι συμμετοχές αυξάνονται ολοένα σε ποσότητα και ποιότητα. Με κοινό άξονα πάντα τα φωτογραφικά ενσταντανέ της Μαρίας, τόσο εκφραστικά και ιδιαίτερα κάθε φορά. Ένα τεράστιο ευχαριστώ στην Μαρία κυρίως για την έμπνευση & τη ζεστή της φιλοξενία, αλλά και σ’ όλους τους συνδαιτυμόνες!

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

πλέει ρουμ

Σούπερ βρεφική προσφορά!
Παιδικό δωμάτιο με θέα το σύνορο της Ευρώπης, ευάερο κι ευήλιο.
Αναμνηστικό ενσταντανέ στο χάρτινο παρκοκρέβατο. 
Η φωτογραφία σου κάνει το γύρο του διαδικτύου και συγκλονίζει!
Τι σπάνια τύχη!
Τι φωτογενές βρέφος!
Μαζεύεις μυριάδες λάικ… κάποιοι διορατικοί, σου κάνουν και αιτήματα μελλοντικής κροκοδειλο-φιλίας.
Ο φωτογράφος θα βραβευτεί πανηγυρικά στο τέλος της χρονιάς.
Οι περαστικοί θα ρίχνουμε στο χαρτονένιο ριλάξ, ό,τι έχουμε ευχαρίστηση.
Ενοχές με πραλίνα φουντούκι, ένα στημένο παιχνίδι και συμβουλές για την επιλόχειο κατάθλιψη.
Αν τύχει και γλυτώσεις, θα σου κάνουν σπαραξικάρδιο αφιέρωμα μετά από χρόνια, με τίτλο:
«Ο μικρός πρόσφυγας που επέζησε μέσα σ’ ένα χαρτόκουτο –
Δείτε πώς είναι σήμερα!»

Υ.Γ. Δεν υπάρχει και κλικ σ’ ένα «Συγνώμη», να τακτοποιήσουμε μονομερώς την ευρωπαϊκή μας αναίδεια. Με τα λάικ θα πορεύεσαι, μέχρι να βρεις ένα νάιλον αντίσκηνο να σε στρατο-παιδέψει.





 [Οι φωτογραφίες της ντροπής, απ' τους προσφυγικούς καταυλισμούς στην Ειδομένη]

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

«Ω ρε πού πάμε;»


Ο Κλέαρχος Ζουγκαλάς, ο κύριος Νεόκοσμος, ο δεσμοφύλακας Χαράλαμπος Μπαζούκας, 
ο Παυλάρας, ο Νικόλαος Σπανοβαγγελοδημήτρης / του Νικόλα ή Γύλος, 
ο Βαγγέλης Ταρνιάτης με την αδελφή Ευτυχία, ο Πότης της κυρίας Αμαλίας,  
ο Ζάχος στην "Ωραία των Αθηνών", πρόεδρος τους συλλόγου "Πνεύμα και Ηθική",
ο  Λουκάς, σωφέρ των Ζεμπερέων...
Ο Βασίλης μας!
Έφυγε στις 10 του Μάρτη, πριν 46 χρόνια.
Η καρδιά του τον πρόδωσε στα 66 του, στην αυλαία των γυρισμάτων της τελευταίας του ταινίας  «H αριστοκράτισσα κι ο αλήτης».



Πορεία ζωής με σκαμπανεβάσματα, φτώχεια και σκληρό αγώνα. Από πιτσιρικάς μαζί με τον αδερφό του, σηκώνουν το πηλοφόρι της επιβίωσης. Εργατάκος, αχθοφόρος, μάστορας και μαραγκός στο θέατρο Έντεν του Θησείου. Φανταρηλίκι, έρωτες και ασίγαστο πάθος να κάνει τους άλλους να γελούν με τις μιμήσεις και τις γκριμάτσες του. Τους κουρασμένους απ’ το μόχθο της μέρας εργάτες και τους σκυφτούς απ’ τα βάσανα της ζωής συνανθρώπους του.



Ο σκηνογράφος του Έντεν που τον έχει στη δούλεψή του, τον σπρώχνει ένα βράδυ στη σκηνή, δίκην αστείου. Το θέατρο γεμάτο κόσμο που τον παρακολουθεί αμήχανα. Ο Αυλωνίτης δεν χάνει στιγμή την ψυχραιμία του. Αυτοσχεδιάζει και μιμείται ηθοποιούς του βωβού, κάνοντας γκριμάτσες και στημένες γκάφες. Παραλήρημα στην πλατεία. Τον χειροκροτούν ενθουσιασμένοι. Εκείνο το βράδυ έπεσε ένα αστέρι, που ήταν προορισμένο να μεγαλουργήσει και ν’ αφήσει ανεξίτηλα χνάρια στην πολιτιστική μας κληρονομιά.



1932: Αυλαία για  τον Ελευθέριο Βενιζέλο, στην εξουσία. Οικονομική κρίση, δυσβάσταχτη φορολογία, πείνα και κήρυξη χρεοκοπίας (καλή ώρα)... 
Πολιτικοί και παρατρεχάμενοι που είναι μπλεγμένοι σε σκάνδαλα, είναι το πρώτο θέμα  των εφημερίδων, όσων δημοσιογράφων βέβαια τολμούν να τα βάλουν με το πανίσχυρο κατεστημένο.



Θέατρο Περοκέ:  Ανεβαίνει η «Κατεργάρα» κι ο κόσμος σπεύδει να απολαύσει τα νούμερα, που λόγω των ραγδαίων εξελίξεων, ανανεώνονται σχεδόν σε καθημερινή βάση και ξεμπροστιάζουν τους πολιτικάντηδες.
Ο 27χρονος Βασίλης Αυλωνίτης παίζει το νούμερο του: «Απ' τους πολιτικούς βγήκαν τα κολοκύθια». Καυτηριάζει τα σκάνδαλα, αναφέρει ονόματα, ξεμπροστιάζει τον τότε υπουργό Γαλόπουλο και το «σκάνδαλο της κινίνης». Στην πρώτη σειρά κάθονται τέσσερις Κοτζαμάνηδες, πληρωμένοι δολοφόνοι της εποχής.



Εισβάλλουν στη σκηνή ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας μαγκούρες και ρόπαλα. Ένα όπλο σημαδεύει το κεφάλι του Αυλωνίτη. Ο κόσμος χειροκροτεί, θεωρώντας πως είναι στο νούμερο. Ο 35χρονος τεχνικός Παναγιώτης Μωραΐτης, βγαίνει να δει τι γίνεται. Ο Αυλωνίτης σκύβει και η  σφαίρα βρίσκει τον άτυχο τεχνικό. Πέφτει νεκρός. Οι θεατές ουρλιάζοντας συνοστίζονται στην έξοδο. Ο Αυλωνίτης καταρρέει. «Χάθηκε μια ζωή και φταίω εγώ»,  θα μονολογεί για τα επόμενα χρόνια. Αρνείται να ξανανέβει στη σκηνή.



Συλλήψεις και δίκες κωλυσιεργούν συστηματικά.
Ο Παύλος Γυπάρης [γνωστός και απ’ την εμπλοκή του στη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη], θεωρείται ηθικός αυτουργός  και παρά το ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, δεν συλλαμβάνεται ποτέ. Εμφανίζεται όμως «αυθορμήτως» την ημέρα της δίκης. Τελικά στο εδώλιο, εκτός από τον Π. Γυπάρη, κάθονται οι Α. Δικώνυμος, Μ. Σταφυλαράκης, Π. Παπαδοπετράκης και Δ. Μπαδογιάννης. Η δίκη είναι περιπετειώδης. Απ’ το Κακουργοδικείο Πειραιώς συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στη Χαλκίδα «προς αποφυγήν επεισοδίων». Τον Δεκέμβριο του 1932 καταδικάζονται μόνον οι δύο από τους δράστες, οι Δικώνυμος και Σταφυλακαράκης σε 7ετή κάθειρξη.
Ως είθισται, αποφυλακίζονται νωρίτερα.



Για την ιστορία: Ο Αλέκος Σακελάριος που πίστευε πολύ στο ταλέντο του Αυλωνίτη και τον επέβαλλε στον Φίνο για το ρόλο του Παυλάρα στη "Λατέρνα", έλεγε πως ο Αυλωνίτης είχε ισοβίως τύψεις πως έγινε αιτία να σκοτωθεί ένας άνθρωπος. Η κορύφωση της αδικίας προήλθε απ’ τα πορίσματα της ανάκρισης, που  αποφάνθηκε πως υπαίτια ήταν η.... καυστική σάτιρα και όχι το χέρι του δολοφόνου.



Υστερογραφικά:  Με πρόφαση το αιματηρό αυτό επεισόδιο, καθιερώνεται ο περίφημος νόμος «Περί Τύπου», που ουσιαστικά ήταν η απαρχή της λογοκρισίας στη σάτιρα και την επιθεώρηση.



«Δεν θα ξαναβγει Αυλωνίτης!», μ’ αυτό το αξίωμα μεγάλωσα. Οι οικογενειακές συνάξεις για τις ελληνικές ταινίες τα σαββατόβραδα ή τα κυριακάτικα μεσημέρια, ήταν κανόνας απαράβατος. Τότε δεν καταλάβαινα τη σοφή διαπίστωση απ’ τα συγγενικά χείλη, αυτά που τρεμόπαιζαν από συγκίνηση στις σκηνές με τον Παυλάρα και τα δυσοίωνα όνειρα με τις τσιγγάνες. Η ζαλωμένη λατέρνα σηματοδοτούσε το φορτίο ζωής των ανθρώπων και το χερούλι που σκορπούσε μαγικές μελωδίες στα πανηγύρια, ήταν η προτροπή για σμιξίματα και κεράσματα ανθρωπιάς και φιλότιμου. Είναι σπουδαίο να υπάρχει, ακόμα και σαν τίτλος ιστορικής ταινίας, αυτή η μοναδική –γλωσσολογικά αλλά και ερμηνευτικά- ελληνική λέξη: «Φιλότιμο».



Τον είδα χτες βράδυ στο στενό πλαίσιο της τηλεόρασης. Πού να χωρέσει τόση λάμψη σ’ ένα κουτί; Όσες ίντσες και να βγάλουμε, αδύνατον να αποτυπώσει το μέγεθος, τη δυναμική και το εκτόπισμα του Βασίλη. Καθώς προχωρούσε κυρτωμένος απ’ το άχθος της λατέρνας στην πλάτη του, γύρισε στιγμιαία το κεφάλι του και μας κοίταξε ίσια στα μάτια.
«Ω ρε πού πάτε;»




[φωτογραφίες, βίντεο, δημοσιογραφικό υλικό και βιογραφικά στοιχεία, αντλήθηκαν από διάφορες πηγές στο διαδίκτυο & από προσωπικές αναγνώσεις σχετικών βιβλίων]

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

«Στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων»

΄΄Νίκος Μπελογιάννης΄΄


1η Μαρτίου του 1952, μία το μεσημέρι. Το διαρκές στρατοδικείο Αθηνών μετά από συνεδρίαση τρεισήμισι ωρών, ανακοινώνει την απόφαση. Οκτώ από τους κατηγορούμενους καταδικάζονται σε θάνατο. Οι υπόλοιποι 21 σε βαριές ποινές φυλάκισης. Οι κατηγορούμενοι που μέχρι τότε βρίσκονται στις φυλακές Καλλιθέας, μαθαίνουν τα νέα από την γραμματεία του στρατοδικείου.
 
Ξημέρωμα Κυριακής, 30 Μάρτη, 1952. Οι κρατούμενοι πέφτουν για ύπνο. Κοιμούνται με τα ρούχα συνήθως, αφού από στιγμή σε στιγμή αναμένουν το θάνατο. Όμως απόψε είναι Σάββατο και γνωρίζουν καλά ότι Κυριακή δεν γίνονται εκτελέσεις. Νόμος απαράβατος, ακόμα και για τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής.  Κατά τις 2:30 ξημέρωμα Κυριακής, το κρατητήριο φωτίζεται. Ο Μπελογιάννης πετιέται όρθιος. Ένας φύλακας του ανοίγει την πόρτα, ο Μπελογιάννης τον ρωτά: 

"Πάμε για καθαρό αέρα;"
"Ναι Νίκο, πάτε για εκτέλεση.."


Οι δήμιοι του Μπελογιάννη αποφάσισαν να τους εκτελέσουν Κυριακή, την ημέρα του Θεού που κανένας σε ολόκληρο τον κόσμο δεν επιτρέπεται να πεθάνει στο απόσπασμα. Ο λόγος ήταν ότι οι αρχές φοβόντουσαν τις κινητοποιήσεις. Πρώτος βγαίνει ο Μπελογιάννης, μετά ο Μπάτσης. Του Λαζαρίδη του είπαν: "Εσύ κάτσε". Από τους 8 καταδικασμένους σε θάνατο πήραν μόνο τους Νίκο Μπελογιάννη, Ηλία Αργυριάδη, Νίκο Καλούμενο και τον Δημήτρη Μπάτση. Τον Λαζαρίδη τον άφησαν λόγω ηλικίας και την Έλλη Παππά, παρά το ότι είχε ζητήσει να μην εξαιρεθεί και να πεθάνει με τον Μπελογιάννη, την άφησαν λόγω της προχωρημένης της εγκυμοσύνης.

Στις 3:48, η κλούβα με την φάλαγγα αυτοκινήτων που μεταφέρει τους μελλοθάνατους, φθάνει στο Γουδί πίσω από το Σωτηρία. Στις 4 όλοι βρίσκονται στις θέσεις τους. Εικοσιτέσσερις κάννες σημαδεύουν τέσσερα κορμιά που μέσα τους χωρά όλη η δύναμη και η αξιοπρέπεια ενός λαού.
Στις 4:12, δίνεται η χαριστική βολή... 

Ο Γιάννης Ρίτσος, εξόριστος τότε στον Αϊ – Στράτη, γράφει τον Άνθρωπο με το γαρύφαλλο:
«Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.
Μ’ ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.
Μ’ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώσει (…)».


Τέσσερις μόλις μέρες μετά την εκτέλεσή του Μπελογιάννη και ενώ η Ευρώπη παλλόταν απ' τις διαμαρτυρίες για την εκτέλεσή του, πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα μεταπολεμικά καλλιστεία στην Πλατεία Συντάγματος. Με το αίμα των εκτελεσθέντων νωπό ακόμα, οι πολιτικοί και οι κοσμικοί της εποχής, φόρεσαν τα σμόκιν και τις τουαλέτες τους και έσπευσαν στην πασαρέλα του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια. Μεταξύ των παρευρισκομένων, και ο νεαρός (τότε) βουλευτής Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, χειροκροτητής της διαγωνιζομένης εξαδέλφης του, Νταίζης Μαυράκη, που κέρδισε πανηγυρικά τον τίτλο, με το ψευδώνυμο Ακρωτήρι. Εκείνη τη βραδιά γνώρισε την Αθηναία Μαρίκα Γιαννούκου.


Παρουσιαστές του διαγωνισμού ήταν η Μέλινα Μερκούρη και ο Μίμης Φωτόπουλος. Παρόντες επίσης, ο Παπάγος, ο Σοφοκλής Βενιζέλος και άλλοι πολιτικοί. Το τραγούδι για την περίσταση έγραψε ο Μίμης Τραϊφόρος. Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής ήταν η Μαρίκα Κοτοπούλη. Εκείνη την εποχή οι αφορμές για κοσμικές βραδιές ήταν ελάχιστες και τα καλλιστεία ήταν ένας καινούριος και άφθαρτος θεσμός, που είχαν όλα τα δυτικά κράτη, στα οποία θέλαμε να μοιάσουμε. Άλλωστε τι να έκαναν οι άνθρωποι; Να τα έβαφαν μαύρα, επειδή πριν τέσσερις μέρες είχε εκτελεστεί, σχεδόν συνωμοτικά, μετά από στημένη δίκη και χωρίς αδιάσειστα στοιχεία, ο Νίκος Μπελογιάννης, μαζί με τους συντρόφους του;


«...ο λαός υπόφερνε (...). Είχε γονατίσει από τους φόρους, κι η τοκογλυφία ερχότανε ύστερα να του δώσει τη χαριστική βολή. Αφήνω κατά μέρος κάθε δική μου περιγραφή και παίρνω ένα κομμάτι από την Ιστορία του Καρολίδη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο: "Την εποχή εκείνη η χώρα εσπαράζετο υπό της φυγοδικίας και των συμμοριών τοκογλύφων, οίτινες εν συνεργασία προς τους ταμίας του κράτους και αυτούς ακόμα τους δικαστάς είχον δημιουργήσει αλληλεγγύην και κατέτρωγαν τας σάρκας του λαού" (...). Κι έτσι, τοκογλύφοι, κομματάρχες, δικαστές, ταμίες, Εθνοτράπεζα, κράτος και ληστές - τούτοι οι τελευταίοι πολύ λιγότερο από τους άλλους - εκτελούσαν το ίδιο "εθνοφελές" έργο: Την ερήμωση της χώρας και τον αφανισμό του λαού. Και στο αντιλαϊκό τούτο όργιο, έρχονται και οι ξένοι κεφαλαιούχοι να πάρουν μία από τις καλύτερες θέσεις».

(Από το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη, «Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα»,εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»)

Πηγές πληροφοριών:
https://left.gr
http://www.mixanitouxronou.gr/