Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Ισορροπίες micro-οικονομίας στη λαϊκή

Ιστορία [ Πρωτοχρονιάτικης] μέρας - ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ [*]



- Πόσο λέει τα κάστανα; Τέσσερα και πενήντα; Χριστός και Παναγία!
- Τι τα θες τα κάστανα χριστιανή μου;
- Τ’ αποθύμησα βρε Μπάμπη μου!
- Ας πάρουμε τα χρειαζούμενα και βλέπουμε… Κανένα σαλατικό δεν θα βάλουμε στο τραπέζι;
- Να, εκεί έχει τα τρία μαρούλια ένα ευρώ.  Πάμε να τα δούμε από κοντά;
- Λυπημένα μου φαίνονται όσο τα πλησιάζουμε... Ρε Φωφώ δεν παίρνουμε κανένα χορταράκι να βράσουμε λέω γω;
- Σιγά μη φάνε τα εγγόνια σου ζοχούς! Τρελλάθηκες μωρέ Μπάμπη;
- Ας είναι… μαρούλια το λοιπόν.
- Και λίγα κρεμμυδάκια  με άνηθο, ε Μπάμπη μου;
- Το κοτόπουλο με τι θα το σιάξεις;
- Με πατατούλες, τι άλλο; Νάξου να πάρουμε, που δεν μαυρίζουν.
- Είναι λίγο τσιμπημένες οι Ναξιώτικες. Να πάρουμε Νευροκοπίου που τις έχει και προσφορά;
- Άντε καλά… να μείνει και κάνα ψιλό να τους δώσουμε ένα χαρτζηλικάκι. Η μικρή θέλει καινούργια παπούτσια.
- Θυμάσαι άλλες χρονιές τι δώρα τους κάναμε βρε Φωφώ;
- Αν θυμάμαι λέει!... Τι γέλια είχαμε στο τραπέζι κάθε παραμονή! Τι χαρές Παναγία μου! Θυμάσαι τον Σπυράκο με το τρενάκι πώς έκανε;
- Αμ η Φωτεινούλα με κείνη την κούκλα που κατουριόταν και την άλλαζε; Ξετρελλάθηκε το κοριτσάκι μας με την κούκλα την κατρουλού!... Να πάρουμε και κάνα φρουτάκι;
- Μήλα που είναι η εποχή τους να πάρουμε. Πάμφθηνα τα έχουν.
- Η κόρη μας έχει μαραζώσει στη δουλειά… είναι χλωμή ή είναι ιδέα μου;
- Χρυσή την έχω κάνει να πίνει πορτοκαλάδες… θα πάθει τίποτα στο τέλος και να δω τι θα κάνουμε… τόσες  ώρες που δουλεύει! Δυο-τρία κιλά πορτοκάλια βάλτε μας… για στύψιμο σας παρακαλώ!
- Να πάρουμε και λίγες  σταφίδες, είναι δυναμωτικές. Πόσο πάνε ρε μάστορα οι σταφίδες; 
- Ένα τέταρτο βάλτε μας… θα τις δώσουμε στα παιδιά, εμείς δεν έχουμε ανάγκη πια, ε Μπάμπη μου;
-  Έτσι που σταφιδιάσαμε, τι ανάγκη να έχουμε ρε γυναίκα; Καλά στερνά τώρα!
-  Σουστ!... φάε τη γλώσσα σου χριστιανέ μου!
- Τι μου το θύμησες; Κοίτα κάτι γλώσσες  που έχει ο ψαράς! Αν μπορέσουμε τον άλλο μήνα, να πάρουμε δυο-τρεις να τις σιάξουμε στο τηγάνι.
- Αν μας έρθει κουτσουρεμένη πάλι, ούτε σαφρίδια δεν μπορούμε να πάρουμε Μπάμπη μου!
- Και να σκεφτείς πως δούλευα τριάντα χρόνια στο εργοστάσιο με τις κονσέρβες. Τόσα ψάρια πέρασαν απ’ τα χέρια μου και τώρα δεν μπορώ να φάω ούτε λέπι!
- Άσε τις συγκινήσεις  μη μου πάθεις τίποτα και δεν είμαστε για έξοδα τώρα! Πάμε λίγο και στα ρούχα να χαζέψουμε;
- Και δεν πάμε; … Ωραία πασούμια έφερε ο Πόντιος. Να σου πάρω ένα καινούργιο ζευγάρι; Φτηνά τα έχει… έχουν και γουνίτσα μέσα, να κρατάν ζεστά τα ποδάρια σου.
- Μια χαρά είναι αυτά που έχω. Κάλτσες να πάρουμε που σου έχουν τρυπήσει όλες.
- Γερές είναι ακόμα, θα τις μαντάρεις λίγο και θα τον βγάλω κι αυτόν το χειμώνα, αν θέλει ο Θεός. Πάμε σιγά-σιγά; Κουράστηκα να σέρνω το καρότσι…
- Και λίγα λεμόνια να πάρουμε… για το κοτόπουλο.
- Να ξαναπεράσουμε κι απ’ τα κάστανα. Μπορεί να χαμήλωσε την τιμή, πού ξέρεις;
- Δεν πειράζει Μπάμπη μου, άστα για τον άλλο μήνα. Μαζί με τις γλώσσες…
- Άμε να δώσεις κι αυτά τα ψιλά στον Πακιστανό… έρεψε ο φουκαράς ! Κάθε βδομάδα και πιο λιανός είναι!
- Δώσ’ μου και  λίγες σταφίδες  βρε Μπάμπη, να τις φάει να στυλωθεί με τόσο κρύο που κάνει… Παγωμένο ήταν το χεράκι του… Άντε, πάμε γέρο μου… πέρασε η ώρα.
~//~

-  Ωωωωχ, η μέση μου με τσάκισε πάλι… κρύο δεν έχει εδώ μέσα;
- Το παράθυρο… αχ μωρέ Φωφώ, ανοιχτό το άφησες; Θα μπουντιάσουμε πάλι!
- Αποκλείεται! Θυμάμαι που τράβηξα το μάνταλο πριν φύγουμε. Άσε τις τσάντες κι άμε να το κλείσεις γρήγορα!
- Παναγία Παρθένα!
- Τι έγινε χριστιανέ μου; Φάντασμα είδες; … Μπάμπη;… Μπάμπη τι έπαθες;
- Κα… κάποιος μπήκε στο σπίτι Φωφώ!
- Τι τσάντες είναι αυτές Χριστέ μου; Τι μας βρήκε μέρα που είναι;
- Πήραμε εμείς λωτούς και μπανάνες; Κι αυτά τα χάρτινα χωνιά τι είναι;… Κύριε Μεγαλοδύναμε!... Ψάρια!... Γλώσσες και τσιπούρες!... Και μπρόκολα και σπανάκια!... Και κάστανα! Και σοκολάτες… και παντόφλες και κάλτσες… και παιδικά παπούτσια… και μια φόρμα γυμναστικής… 
- Το νούμερο του Σπυράκου μας!... Ανάθεμά με αν καταλαβαίνω τι έγινε!
- Τι είν’ αυτά εκεί κάτω απ’ την κουρτίνα;
- Για κάτσε να δω. Δυο… σταφίδες παραπεταμένες… 
~//~

Είχε ήδη μεσημεριάσει. Στους κρύους δρόμους  ακούγονταν ολοένα και λιγότερα παιδικά τρεχαλητά, ανακατεμένα με  φωνές και μεταλλικούς ήχους απ’ τα τριγωνάκια. Σαν μια γιορτινή ορχήστρα δίχως μαέστρο, που οι μελωδίες της έσβηναν σιγά-σιγά στο βόμβο της πόλης. Ο τελευταίος πάγκος της λαϊκής είχε ήδη αποσυναρμολογηθεί και φορτωθεί στην καρότσα του παραγωγού. Δυο τρεις ηλικιωμένοι μάζευαν απ’ τα κράσπεδα των πεζοδρομίων τα φρούτα και τα λαχανικά που είχαν ξεμείνει ανάμεσα στα σκουπίδια. Ο καπνός απ’ το μπουρί μιας  σόμπας, υψωνόταν με γκρίζα βολ-πλανέ απ’ την καμινάδα μιας παλιάς μονοκατοικίας. Πάνω απ’ το μαντεμένιο καπάκι της, δυο ζευγάρια ροζιασμένα χέρια ήταν απλωμένα με κατάνυξη και γλυκάδα. Τ’ ακροδάχτυλά τους πλεγμένα τρυφερά, κι ύστερα να ξεμακραίνουν για λίγο και να γυρίζουν τα κάστανα που ροδοψήνονταν στην πυρωμένη λαμαρίνα. Το βράδυ βρήκε όλη την οικογένεια γύρω απ’ την ξυλόσομπα, με τον παππού να λέει ιστορίες στα εγγόνια του και την γιαγιά να πετάγεται διαρκώς στη μικρή τους κρεββατοκάμαρα και να σταυροκοπιέται δακρυσμένη στα εικονίσματα.

“Μην ακούτε που λένε οι μεγάλοι πως δεν υπάρχει Άϊ -Βασίλης παιδιά μου. Μα αν προσπαθείτε να τον δείτε με τα μάτια σας, ποτέ δεν θα τα καταφέρετε. Μόνο με τα μάτια της καρδιάς σας να παρατηρείτε και θα νιώσετε πως υπάρχει διαρκώς πλάϊ σας, σας προστατεύει και σας προσφέρει τα δώρα του τα ευλογημένα.  Και μην πιστεύετε πως έρχεται πάνω σε έλκηθρα απ’ τις βόρειες χώρες. Μπορεί φέτος να μας ήρθε μ’ ένα καϊκι απ’ τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, ή κρυμμένος στη καρότσα ενός φορτηγού. Μπορεί να είναι χλωμός, μελαμψός ή κιτρινιάρης. Να μην φοράει κόκκινη στολή, αλλά μπαλωμένα ρούχα και τρύπια παπούτσια. Μπορεί να σας απλώσει το παγωμένο του χέρι για ελεημοσύνη, μα θα είναι μόνο για να νιώσετε το άγγιγμά του και να πάρετε την ευλογία του”.







Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Απ’ τον Ντάισελμπλουμ με αγάπη


- Τι σου’λεγε ο Ντάισελμπλουμ τόση ώρα στην πόρτα; Ξεροστάλιασα να περιμένω!
- Για το ρεβεγιόν της πρωτοχρονιάς. Και σταμάτα να λες έτσι τη μαμά!
- Μα φτυστή ο Γερούν είναι, πώς να την πω;
- Με τ’ όνομά της.
- Αυτή γιατί με λέει Παπαρήγα;
- Ρε Αλέκα, σοβαρέψου επιτέλους. Διαρκώς στείρα αντιπολίτευση. Λοιπόν, παραμονή θα κάνουμε μαζί της ε; Θα΄ναι κι ο θείος Αμβρόσιος με τα ξαδέρφια και η κουμπάρα της η Πατ.
- Η Παναγιώτα απ’ την Αετομηλίτσα Ιωαννίνων έγινε Πατ; Κι ύστερα σ’ ενοχλεί που λέω τη μάνα σου Ντάισελμπλουμ!
- Αχ να χαρείς, μπορούμε να περάσουμε μια ειρηνική βραδιά δίχως να βγουν πάλι τα μαχαίρια; Χάρη στο ζητάω. Να μας πάει καλά η καινούργια χρονιά ρε Αλέκα!
- Έλεγα να πάμε ένα ταξιδάκι τα δυο μας... για μια… ανακεφαλαιοποίηση.
- Αδύνατον! Η μαμά έχει κάνει τόσες ετοιμασίες. Μπορούμε να πάμε μετά τις γιορτές όμως. Τι λες για Πήλιο;
- Έχεις πάρει έγκριση ή θα το φέρουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων;
- Έλεος Αλέκα! Κάντο για μένα. Η μαμά έχει αδύνατη κράση… θυμάσαι τι είπε ο γιατρός;
- Πως πάμε για…γκρέξιτ. Από τότε πέρασαν επτά πρωτοχρονιές, ο Επίτροπος κάλεσε την κλάση της κι αυτή ακόμα στον προθάλαμο είναι.
- Χτύπα ξύλο χριστιανή μου!
- Βρε δε πα να χτυπάς όλους τους κέδρους και τις παλισάνδρες; Αυτή είναι γάτα εφτάψυχη!
- Αλέκα; Θες το κακό της μαμάς;
- Μήπως Αράχωβα καλύτερα; Άκουσα πως το Πήλιο είναι αποκλεισμένο.
- Δεν την αγαπάς καθόλου λοιπόν!
- Απόδειξη πως φέτος θα φάω πάλι τη γαλοπούλα της… στη μάπα.
- Θα πάμε Καλάβρυτα!
- Την αγαπάω ρε Σωτήρη…
- Τη γαλοπούλα;
- Την Γερούν! Κι εγώ σαν μάνα την έχω, γι αυτό τσακωνόμαστε διαρκώς. Και ξέρω πως μ’ αγαπάει κι αυτή. Κι ας μας γίνεται στενός κορσές.
- Mη σου πω και Καϊμακτσαλάν!


- Γρήγορα ρε Αλέκα, θα μας βρει στη Μεσογείων η νέα χρονιά!
- Τα παράπονά σου στην τροχαία Σωτήρη! Ουδεμία ευθύνη φέρω για την κίνηση. Τι θες δηλαδή; Να βάλω τον έλικα να πετάξουμε;
- Ναι; Έλα μαμά… έχουμε κολλήσει στο φανάρι… το ξέρω πως αργήσαμε… μη φωνάζεις ρε μαμά…ξεκινήστε να τρώτε κι ερχόμαστε… άντε, σε κλείνω…
- Ωρύεται η Γερούν;
- Αλέκα! Επιτέλους κόφτο μέρα που είναι!
- Νύχτα είναι. Για την ακρίβεια κοντεύουν μεσάνυχτα.
- Αχ, θα την πιάσει η καρδιά της αν δεν είμαστε πριν τις δώδεκα…
- Γιατί; Θα μεταμορφωθεί η άμαξα σε κολοκύθα; Ηρέμησε ρε Σωτήρη, φτάσαμε σχεδόν. Το τηλέφωνο…
- Ναι; Έλα ρε μαμά… Ναι το ξέρω πως πρέπει να πιει το χάπι του ο θείος… ας το πάρει κι ερχόμαστε κι εμείς…


- Επιτέλους!... Ωχ, τι φώτα είναι αυτά;
- Χειροκρότημα στον κυβερνήτη του Εντερπράϊζ! Διαστημόπλοιο το έκανε το μπαλκόνι! Πόσες μπομπίνες φωτάκια έβαλε η άτιμη;
- Αλέκα, αυτό είναι… ασθενοφόρο!

- Πού την πάμε;
- Ευαγγελισμό.
- Ρε μάνα…
- Μην της μιλάτε κύριε, δεν σας ακούει.
- Εννοείτε πως...
- Η διάγνωση θα γίνει στο νοσοκομείο. Προς το παρόν, αναπνέει απ’ το μηχάνημα.

- Μάλλον άλλαξε χρονιά... δες τα πυροτεχνήματα έξω...
- Το τηλέφωνο... σήκωσέ το ρε Σωτήρη.
- Ο θείος είναι... βρήκε λέει το δώρο μας κάτω απ’ το δέντρο...ένα φάκελλο από ταξιδιωτικό γραφείο... ταξίδι για δύο στο Πήλιο... έχει λέει κι αφιέρωση... 

«Για τα Παπαρηγάκια μου με πολλή αγάπη!»




Η ιστορία συμμετείχε στον 5ο κύκλο “Παίζοντας με τις λέξεις” που οργάνωσε και φιλοξένησε η Μαρία στο μπλογκ της: http://mytripssonblog.blogspot.gr/

Ένα εγκάρδιο ευχαριστώ στην Μαρία για τη ζεστή της φιλοξενία

& σ’ όλους τους φίλους & φίλες που συμμετείχαν, διάβασαν και αξιολόγησαν τις συμμετοχές. 

Για την ιστορία, το παιχνίδι αυτό ξεκίνησε πάνω σε μια ιδέα της αγαπημένης μας Φλώρας.



Ολόψυχα εύχομαι τα φετινά Χριστούγεννα να μας αφήσουν πρωτοφανές πλεόνασμα πληρότητας, γαλήνης και αγάπης!

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Κυλιόμενο ωράριο

Ταμείο νούμερο 3
Παραμονή Χριστουγέννων στις μυθικές πλαγιές του σούπερ-μάρκετ
Προσφορά στα κρασιά Κιθαιρώνα
Στα δύο, το ένα δώρο
Το ταμείο νούμερο 3
που πέρυσι ήταν ταμείο εξπρές
και του χρόνου θα είναι στα τυριά...

Πενήντα δύο ευρώ… θέλετε κουπόνια;
“Ευχαριστώ πολύ και καλά Χριστούγεννα να περάσετε!”
Στις δύο ευχές, η μία πέφτει κάτω
Δεν ανταποδίδεται
μένει κολλημένη σαν τσίχλα στο πάτωμα

Στο σπίτι του ταμείου νούμερο 3
θα κοιμηθούν μέχρι να γυρίσει
αποκαμωμένη απ’ τους αμπελώνες του Κιθαιρώνα

Το ανέλπιστο δώρο της για τη χρονιά που εκπνέει
τα χαμόγελα και οι ευχές ενός ζευγαριού
μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά αυτή
κι αυτός να φορτώνει γάλατα και κρέμες στις ανακυκλώσιμες
κι όπως έφευγαν οι τρεις τους…

Λες και πέρασαν μπροστά της για μια στιγμή
ο Ιωσήφ με την Παναγία και το μικρό Χριστό
πάνω στο γαϊδουράκι
κι άφησαν την ευχή να πέσει απ’ τα χείλη τους
να βρει το στόχο της και να καρπίσει.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Ο Άϊ-Βασίλης (μου) κατέφτασε



H Mαριλένα με το ιστολόγιο https://marilenaspotofart.wordpress.com/,σε συνεργασία με το υποκατάστημα του Άϊ-Βασίλη στην Αθήνα, οργάνωσαν και φέτος με απόλυτη επιτυχία τη δράση: “Μυστική ανταλλαγή δώρων”. Το δικό μου ταίρι αποκαλύφτηκε απόψε το βράδυ, μετά από μια εξαιρετικά κοπιαστική μέρα. Βρήκα το δώρο μου να με περιμένει στο γραμματοκιβώτιο  και ήταν η  πιο ανέλπιστα ευτυχισμένη στιγμή της μέρας μου.



Η Μαρία με το ιστολόγιο http://mathetogamo.blogspot.gr/ - (Μάθε το γάμο και τη βάφτιση) μου έστειλε ένα πακέτο αγάπης που με συγκίνησε πολύ. Από πού να πρωταρχίσω; Τα ζεστά της λόγια στην κάρτα, ένα καδράκι-γούρι για τη νέα χρονιά και ένα κρεμαστό διακοσμητικό φτιαγμένο από θαλασσόξυλο και δαντέλα.



 Λίγο μετά τη φωτογράφισή τους, πήραν για πάντα τη θέση τους στις γωνιές του σπιτιού και της καρδιάς μου. Για να θυμίζουν αυτή την απρόσμενη γνωριμία μου με το Μαράκι, την αγάπη και τη φροντίδα που αποπνέουν οι κατασκευές της και κυρίως τη διαπίστωση πως η μαγεία των γιορτών δεν είναι αυτοδημιούργητη. Μόνοι μας τη φτιάχνουμε και δεν θέλει παρά λίγη παρότρυνση, μια δόση φαντασίας, διάθεση για ανταλλαγή και όρεξη για παιχνίδι. 

Μαριλένα μας,  σ’ ευχαριστούμε για την ιδέα και την οργάνωση αυτού 
του παιχνιδιού! Προσωπικά, το φχαριστήθηκα πολύ. 
Μαρία μου, χίλια ευχαριστώ για το μαγικό σου φάκελλο, για τις υπέροχες 
δημιουργίες  σου και τις συγκινητικές ευχές σου!

Να είστε καλά και τις καλύτερες ευχές μου για τις γιορτές που έρχονται!


Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Καισάρεια - Ωραία Ρούμελη

[Μικρή χριστουγεννιάτικη ιστορία]



Ο Στάθης ντύθηκε την ξεθωριασμένη –τέως κατακόκκινη- στολή του, στερέωσε τη συνθετική γενειάδα στα μυωπικά γυαλιά του, έβαλε τις γαλότσες που είχε για τη βροχή, καθώς και το μαύρο ζωνάρι με την τετράγωνη αγκράφα, που φέτος το στερέωσε μια τρύπα πιο μέσα. Τα αραιωμένα μαλλιά του –η μόνη κληρονομιά απ’ τον μακαρίτη τον πατέρα του που έμεινε φαλακρός απ’ τα τριάντα του- καλύφτηκαν  απ’ τον αγιοβασιλιάτικο σκούφο, με μια σειρά κόκκινα αστεράκια στην πρόσοψη, που κάποτε αναβόσβηναν και φεγγοβολούσαν. Με τον καιρό έχασαν τη λάμψη τους, όπως και η στολή του, που απ’ τα πλύνε-βάλε είχε ξεθωριάσει επικίνδυνα. Η γενειάδα είχε γαριάσει κι αυτή  και η μυρωδιά της κάμφορας απ’ το πατάρι που τη φύλαγε, του έφερνε ανακατωσούρα και ζάλη.

Ευτυχώς το στομάχι του ήταν άδειο και ήταν απ’ τις σπάνιες φορές που ένιωθε ανακούφιση γι αυτό. Καθρεφτίστηκε για λίγο στο τζάμι της στενής μπαλκονόπορτας και κύρτωσε τους ώμους του απογοητευμένος. «Αν υπάρχει στ’ αλήθεια Άϊ-Βασίλης, θα μου κάνει μήνυση για προσβολή προσωπικότητας». Σβήνοντας το φως της μικρής γκαρσονιέρας, η ματιά του πέρασε αστραπιαία απ’ το μοναδικό κάδρο που στόλιζε τον άδειο τοίχο. “Πτυχίο Οικονομικών Επιστημών, απονέμεται στον Ευστάθιο…”. Κλικ. Σκοτάδι. Κλείδωσε το πτυχίο του και κατέβηκε τις σκάλες της πολυκατοικίας.

Εκείνη την παραμονή των Χριστουγέννων, οι περαστικοί χάζευαν το περίεργο θέαμα. Ένας αλλόκοτος Άϊ-Βασίλης, σκεβρωμένος κι αδύνατος σαν κλαράκι, με μυωπικά γυαλιά και μπουκλωτή γενειάδα που ανεμοδερνόταν στη φορά του αέρα, καβάλα σ’ ένα παλιό δίχρονο με το κουτί αποθήκευσης στερεωμένο στην πίσω σχάρα: Ψητοπωλείον “Η ωραία Ρούμελη”. Χρυσό το έκανε το αφεντικό να μη μασκαρευτεί πάλι φέτος. «Δεν βολεύει ρε μάστορα να τρέχω μ’ αυτά τα ρούχα για παραδόσεις». Ανένδοτος ο Ρουμελιώτης. Το είχε για ρεκλάμα να στέλνει τα κοκορέτσια και τα κοντοσούβλια, με τους ντελιβεράδες του ντυμένους Αϊ-Βασίληδες. Δεν τον έπαιρνε κιόλας να πάει κόντρα στον εργοδότη του, αφού απ’ αυτόν εξασφάλιζε το φαγητό του, μαζί μ’ ένα συμβολικό μεροκάματο και τη διαρκή προσδοκία για ένα καλό φιλοδώρημα. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που δούλευε απόψε. Όχι πως είχε εναλλακτική, τα γιορτινά τραπέζια δεν τον αφορούσαν και την πρόσκληση των πρώην συναδέρφων του για χριστουγεννιάτικο τσιμπούσι, την απέφυγε ευγενικά.

Μετά την απόλυσή του απ’ την εταιρεία που εργαζόταν, ποτέ δεν συμμετείχε στις μαζώξεις τους, από επίγνωση της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στα ρεφενέ τραπέζια τους, αλλά και από μια έμφυτη συστολή απέναντι στο Ρενάκι. Μια ψηλή λυγερόκορμη κοπέλα, μελαχρινή και ζουμερή σαν καρυδόπιτα, που όταν την πρωτοείδε στο γραφείο, έγινε κατακόκκινος σαν την αγιοβασιλιάτικη στολή του. Τότε που ήταν ολοκαίνουργια και εκτυφλωτικά πορφυρή. Ένιωσε σαν να φορούσε το γιορτινό σκούφο του και χίλια ηλεκτροφόρα λαμπάκια στο κεφάλι του αναβόσβηναν ρυθμικά και μια φωτεινή επιγραφή με υαλοσωλήνα κυλούσε στο μέτωπό του «Θέλω απελπισμένα να σ’ αγαπήσω». Οι λέξεις έκαναν συνεχόμενες περιστροφές στο κρανίο, σαν τραινάκι που κυλάει πάνω στις ράγες του, κι αν η νέα συνάδερφος που τον παρατηρούσε επίμονα είχε τη στοιχειώδη εμβρίθεια, θα καταλάβαινε αμέσως το κεραυνοβόλημά του. Το τραινάκι, ο σκούφος, η στολή του ψητοπωλείου και τα λόγια που ποτέ δεν τόλμησε να της πει, έμειναν καλά φυλαγμένα στο πατάρι της γκαρσονιέρας. Παρέα με το πτυχίο και τις προσδοκίες του, που παραδόθηκαν αμαχητί στην κρεατομηχανή της ανεργίας.


 Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, φόρτωσε στο μηχανάκι του την επόμενη παραγγελία, που προφανώς θα ήταν για μεγάλη παρέα. Πήρε τη διεύθυνση και την απόδειξη είσπραξης και ξεκίνησε για την παράδοση. Το κρύο ήταν διαπεραστικό, είχε αρχίσει το ψιλόβροχο και στη γλίτσα των δρόμων φέγγιζαν οι πολύχρωμες απολήξεις απ’ τα φωτάκια των μπαλκονιών και τα υπαίθρια στολίδια του δήμου. Εντόπισε την πολυκατοικία, ξεφόρτωσε τα πακέτα και χτύπησε το κουδούνι. Η υποψία του όταν άκουσε τη φωνή απ’ το θυροτηλέφωνο, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά. Το άγνωστο όνομα στο κουδούνι, τον παρηγόρησε για ελάχιστα λεπτά, όσο κράτησε η διαδρομή με τον ανελκυστήρα ως τον πέμπτο όροφο. Μόλις όμως άνοιξε η διακοσμημένη μ’ έναν τεράστιο φιόγκο πόρτα του  διαμερίσματος και αποκάλυψε την παρέα που ήταν πίσω της, αναρωτήθηκε πώς θα ήταν αν βρισκόταν πιλότος σ’ ένα αεροπλάνο που καταρρίφτηκε και πρέπει να πατήσει το κουμπί εκτόξευσης για να σωθεί.

Το Ρενάκι ήταν πίσω απ’ το πάσο και σέρβιρε κρασί στο ποτήρι της, κατακόκκινο σαν το χρώμα που πήραν τα μάγουλά της μόλις τον είδε. Κάποιοι δεν τον αναγνώρισαν, ήταν μισοζαλισμένοι απ’ το αλκοόλ, αλλά  ο Κώστας που άνοιξε την πόρτα με το πορτοφόλι ανά χείρας για να παραλάβει τα πακέτα, κοκάλωσε.
-         Ρε συ Στάθη… εσύ δεν είσαι;  Χρόνια πολλά ρε φίλε!
-         Με γνώρισες ρε θηρίο; Εμ βέβαια, τέτοια ομορφιά δύσκολα κρύβεται. Έφερα την παραγγελία σας.
-         Πέρνα μέσα ρε Στάθη! Ρένα, έλα να βοηθήσεις με τα πακέτα!... Την θυμάσαι την Ρένα ε;
-         Δε γίνεται ρε παλιόφιλε. Έχω πολλή δουλειά απόψε. Ντελιβεράς δουλεύω, όπως πιθανόν να κατάλαβες…
-         Κι ύστερα; Θέλω να πω, τι θα κάνεις μετά τη δουλειά; Εμείς το πάμε για ξενύχτι όπως βλέπεις. Έλα ρε συ να πιούμε ένα κρασάκι και να τα πούμε.
-         Δε γίνεται σου λέω… Πρέπει να πάω σπίτι να βγάλω αυτό το ξέρασμα… Ήδη με τρώει το κεφάλι μου με τόσο νάιλον πάνω μου.
-         Πάντα ακατάδεκτος! Κι ήθελα να σου πω κι εγώ τα νέα μου. Ξέρεις, πήρα προαγωγή στην εταιρεία.
-         Μπράβο ρε Κωστή! Αλήθεια χαίρομαι για σένα, το άξιζες.
-         Άνοιξε μια θέση στο τμήμα μου. Εννοείται πως θα είσαι ο πρώτος υποψήφιος, αν σ’ ενδιαφέρει βέβαια η θέση. Θα ήθελες να τα πούμε λίγο και να κανονίσουμε ένα ραντεβού μετά τις γιορτές;

Πριν απαντήσει μ’ ένα μεγαλειώδες “Ναι!”, κοίταξε κλεφτά την Ρένα που στεκόταν ευθυτενής απέναντί του και του φάνηκε πως κρεμόταν απ’ τα χείλια του. Ίσως να ήταν κι απ’ τις παρενέργειες της πείνας και της ζάλης, η προτροπή που είδε στα μάτια της. Και το ανεπαίσθητο γνέψιμο με το κεφάλι της. Και τα μάτια της που ήταν λίγο πιο υγρά απόψε.

Στη μικρή γκαρσονιέρα που όρμησε βιαστικός για να πετάξει τη στολή και να ετοιμαστεί για τη συνέχεια της βραδιάς, άφησε  σ’ ένα πιατέλο τα γλυκά που τους μοίρασε ο Ρουμελιώτης. Μήπως και κάνει το πέρασμά του κάποιος ντελιβεράς Άϊ-Βασίλης, απ’ την… ωραία Καισάρεια.





Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Τρίχες


“Στολίσατε; Εμείς χτες... για τα παιδιά βασικά... εγώ δεν είχα καμιά όρεξη... σιχαίνομαι κι αυτή την κωλοϋγρασία γαμώτο! Το μαλλί μου φριζάρει και τα ρούχα δεν στεγνώνουν με τίποτα... Άσε που τα σκασμένα θα κουβαλήσουν καμιά ίωση απ’ το σχολείο και θα τρέχουμε πάλι στους γιατρούς”.

“Η μεγάλη έχει ξεπατωθεί να τρώει γλυκά... να δω πώς θα την μαζέψω στις γιορτές... Ο μικρός; Ζει για να με τυραννάει... Ξέρεις τ’ είναι να γυρνάω σπίτι ξεθεωμένη και να θέλει πατάτες τηγανητές; Δεν υπάρχει σου λέω!...

“Λες να κάνω καμιά ισιωτική; Φοβάμαι μην καταστρέψει την τρίχα...”

“Εσείς τι κάνετε;... σκατά ε;”

“Χριστούγεννα;… Εμείς στα πεθερικά. Θα κόψω φλέβα πάλι... Και πρέπει να φτιάξω και το κωλόμαλλο... Ρε συ, δεν ανεβάζεις καμιά κοντινή στο φέϊς να δω το δικό σου;... Tι μου λες;  Άλλαξε η ζωή σου ε; Μεγάλη δουλειά να λούζεσαι και να μην ισιώνεις... Δεν υπάρχει λέμε!”

“Άντε, κλείνω. Πρέπει να βγάλω τον Ιλαρίωνα για κατούρημα… ναι-ναι, του δώσαμε το όνομα του πεθερού… μαράζι το είχε ν’ ακούσει τ’ όνομά του, μην τον αφήσουμε με το παράπονο… τι να κάνει μωρέ ο κωλόγερος; Τι ανάγκη έχει; Άντε σ’ αφήνω γιατί θα χέσει στο χαλί τελικά… κι έχει αρχίσει να ψιχαλίζει ο κωλόκαιρος… χάλια θα γίνει το μαλλί… την τύχη μου μέσα!”

Ο Ιλαρίωνας έκανε την ανάγκη του στις παρυφές του γέρικου ευκάλυπτου, που λειτουργούσε πλέον ως μόνιμο ανακουφιστήριο των σκυλιών της γειτονιάς. Καθώς τίναζε το πόδι του στο ροζιασμένο κορμό, ένα μικροσκοπικό αντικείμενο γλύστρησε απ’ τα γυμνά κλαδιά, στροβιλίστηκε για λίγο στον αέρα και προσγειώθηκε μπροστά στα παπούτσια της φριζαρισμένης κατόχου του. Το σήκωσε νομίζοντας πως είναι ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα, το έφερε κάτω απ’ το ημίφως της λάμπας και το ξετύλιξε. Διαπίστωσε απογοητευμένη πως δεν ήταν παρά ένα διπλωμένο τσιγαρόχαρτο και ο μόνος λόγος που δεν το πέταξε στον κάδο ανακύκλωσης, ήταν η ξαφνική εμφάνιση μιας γάτας που ηλέκτρισε τη χαίτη του Ιλαρίωνα. Το έχωσε μηχανικά στη τσέπη της, τραβώντας συγχρόνως το λουράκι του μαινόμενου σκύλου. Στην επιστροφή προς το σπίτι, έχωνε εκνευρισμένη τα δάχτυλα στο κεφάλι της, σιχτιρίζοντας τη γάτα, τον Ιλαρίωνα, την υγρασία και τη φύση που την καταδίκασε να υπάρχει με κατσαρές τρίχες. Το σημείωμα έμεινε ξεχασμένο στο παλτό της μέχρι το βράδυ που έστρωνε το τραπέζι, παρακολουθώντας συγχρόνως το  δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση.

«Ένα σπάνιο φαινόμενο παρατηρήθηκε νωρίς το πρωί, όταν σμήνη από διερχόμενα πτηνά βομβάρδισαν στην κυριολεξία με  πολύχρωμα χαρτάκια, πολλές περιοχές του κέντρου. Αρχικά δημιουργήθηκε πρόσκαιρος πανικός στους κατοίκους, τον οποίο όμως διαδέχτηκε μια ευχάριστη έκπληξη. Οι παραλήπτες των γραμμάτων, γρήγορα διαπίστωσαν πως πρόκειται για σημειώματα παιδιών από ασιατικές χώρες και εμπόλεμες περιοχές. Κάποια απ’ αυτά, ήταν γραμμένα στην αγγλική γλώσσα και έφεραν παιδικές ζωγραφιές.  Σύμφωνα με την Ορνιθολογική Εταιρεία, έχει σημειωθεί και στο παρελθόν αντίστοιχη αερομεταφορά σημειωμάτων με ταχυδρομικά περιστέρια. Με έκτακτη ανακοίνωσή του το Υπουργείο Εξωτερικών, όρισε την προσωρινή λειτουργία μεταφραστικής υπηρεσίας, για τους κατόχους των επιστολών που επιθυμούν να τις μεταφράσουν. Οι υπηρεσίες θα παρέχονται δωρεάν και κατόπιν σχετικής αίτησης, που θα υποβάλλεται στο αρμόδιο τμήμα…»

Ο Ιλαρίωνας ήταν ασυνήθιστα ανήσυχος όση ώρα έψαχνε εναγωνίως την τσέπη της. Το ξετύλιξε προσεχτικά, ήταν ένα μεγάλο ριζόχαρτο, διπλωμένο με τετραγωνική διάταξη και γραμμένο με ακαταλαβίστικα σύμβολα. Το πρωινό που είχε κλείσει το πολυπόθητο ραντεβού για την μόνιμη ισιωτική μαλλιών, την ειδοποίησαν απ’ το υπουργείο ότι μπορεί να περάσει να παραλάβει το μεταφρασμένο γράμμα. Το άρπαξε απρόθυμα απ’ τα χέρια του χαμογελαστού υπαλλήλου, που αντιλήφθηκε τη βιασύνη της και δεν πρόλαβε να της πει για το περιεχόμενο της επιστολής. Άνοιξε βιαστικά το φάκελο στο αυτοκίνητο, με την πρόθεση να του ρίξει μια πρόχειρη ματιά, ενόσω περίμενε στα κόκκινα φανάρια της Κηφισίας.

«Αγαπημένη μου φίλη,
Με λένε Σουάτι και ζω σ’ ένα ορεινό χωριό στο Νεπάλ. Αυτή την εποχή έχουμε τους μουσώνες και πρέπει να μετακινούμαστε διαρκώς για ν’ αποφύγουμε τις πλημμύρες και τα λασπωμένα μονοπάτια με τις βδέλλες. Σε λίγες μέρες το ταξίδι μας θα τελειώσει και μαζί με τις βροχές, θα σταματήσει και η περιπλάνησή μας στα γύρω βουνά. Αγαπάω τη βροχή, γιατί μου έμαθε να μη ριζώνω σ’ ένα μέρος, μα να περιπλανιέμαι διαρκώς, να μαθαίνω τον κίνδυνο και  να φυλάγομαι, να προσεύχομαι να μην πνιγούμε και να έχουμε μια καλή συγκομιδή ρυζιού και να γιορτάζω το τέλος του μουσώνα με τους αγαπημένους μου. Τότε που η ατμόσφαιρα είναι ξεπλυμένη απ’ τη σκόνη και τα βουνά γύρω απ’ το Κατμαντού αστράφτουν σαν κρυστάλλινοι όγκοι.

Αγαπάω τη βροχή γιατί, ακόμα κι αν δεν έχω πολλά ρούχα, είμαι καλά και δεν αρρωσταίνω πια. Οι γιατροί μιας οργάνωσης  μας έκαναν εμβόλια και είμαι ευτυχισμένη που μπορώ να περπατάω. Ένα παιδί στη γειτονιά μας δεν μπορεί. Δεν τρέχω ποτέ μπροστά του, για να μην το κάνω να λυπηθεί. Η  αγαπημένη μου συντροφιά είναι η αγελάδα μας γιατί μου δίνει γάλα. Είμαι πολύ τυχερή  που μπορώ να γράφω και να διαβάζω. Σε λίγες μέρες έχουμε τη γιορτή του καλοκαιριού και θα φάμε γλυκά. Θα κρύψω ένα στην τσέπη μου για να το δώσω στην αγελάδα μου κι άλλο ένα για το παιδί που δεν μπορεί να τρέξει.
Αν ήμασταν κοντά, θα σου έδινα το δικό μου. Είμαι σίγουρη πως κι εσύ θα έκανες το ίδιο για μένα.
Με αγάπη, Σουάτι».

Ο ακτιβιστής και εκπαιδευτής των φτερωτών ταχυδρόμων, προτάθηκε για Νομπέλ Ειρήνης.
Η Σουάτι επέζησε απ’ το φονικό σεισμό που έγινε στο χωριό της, λίγες μέρες μετά την επιστολή της.
H ισιωτική δεν έγινε ποτέ, αλλά το μαλλί για κάποιον περίεργο λόγο, λείανε από μόνο του.



 πηγές φωτογραφιών: http://sinistronzi.tumblr.com & http://kontraste.tasmo.de/post/5601620921/finally-free

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

25 λέξεις # 2 (Το κείμενο )


Παραχωρείται νεανικό κελί – πτέρυγα ανέργων.
Τέως παιδικό, νυν φοιτητικό, αεί αποδημητικό.
Πέφτουνε σοβάδες κι είμαι άνοιξη ακόμα.
 «Μη κλαις ρε μάνα, θα τα λέμε στο σκάϊπ…»


Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

βασανιστές και Βασανισμένοι


[Βρείτε τις διαφορές...]

Τηλεγράφημα του διεθνούς πρακτορείου UPI για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 1973
// Την ηµέρα εκείνη ήµουν υπηρεσία. Στο στρατό είχα δέκα µήνες. Ήµουν εκπαιδευτής στο Κέντρο Τεθωρακισµένων, στο Γουδί. Τότε οι “μαυροσκούφηδες” ήταν σώµα επιλέκτων. Πήγα εθελοντικά. Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, µπήκαµε επιφυλακή. “Οι κοµουνιστές καίνε την Αθήνα”, µας έλεγαν κι εµείς τους πιστεύαµε. Θυµάµαι στο στρατόπεδο κάποιοι είχαν ραδιοφωνάκια και ακούγαµε στα κρυφά το σταθµό του Πολυτεχνείου. “Παλιοκουµμούνια, θα καλοπεράσετε!” λέγαµε.

Μισή ώρα µετά τα µεσάνυχτα της 16ης Νοεµβρίου η ίλη µου πήρε εντολή να ετοιµαστεί για έξοδο. Αποφασίστηκε να βγουν πέντε δικά µας άρµατα, κάτι γαλλικά ΑΜΧ30. Εγώ ήµουν οδηγός στο πρώτο άρµα που βγήκε στο δρόµο. [Στο ίδιο άρµα βρίσκονταν ο αξιωµατικός Μιχάλης Γουνελάς, ως επικεφαλής, ο ανθυπασπιστής Λάµπρος Κωνσταντέλλος, ως οδηγός εδάφους, ο λοχίας Στέλιος Εµβαλωµένος και ο Γιάννης Τίρπας.]

Τεθωρακισμένο μπροστά στο κτίριο της Βουλής, 17 Νοεμβρίου 1973
Στις 1.15' το πρωί της 17ης Νοεµβρίου φτάσαµε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας. Λίγο αργότερα διασχίζαµε την Αλεξάνδρας, όταν στο ύψος του ΙΚΑ, στη στάση Σόνια, σταµατήσαµε, γιατί ο δρόµος ήταν κλειστός. Υπήρχαν οδοφράγµατα, φωτιές και ακινητοποιηµένα λεωφορεία. Με διάφορες µανούβρες αριστερά δεξιά, µπρος πίσω, άνοιξα το δρόµο και προχωρήσαµε. Όταν φτάσαµε στη διασταύρωση της λεωφόρου Αλεξάνδρας και της οδού Πατησίων, µας έδωσαν εντολή να σταµατήσουµε. Εκεί, στην πλατεία Αιγύπτου, µείναµε περίπου µία ώρα. Ο κόσµος θυµάµαι ότι µας φώναζε: “Είµαστε αδέρφια, είµαστε αδέρφια”. Εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα!

Μας είπαν να πάµε κοντά στο Πολυτεχνείο, αλλά όχι µπροστά στην πόρτα. Αυτό κάναµε. Σταµατήσαµε λίγα µέτρα πιο πέρα. Φτάνοντας µπροστά στην πόρτα έστριψα το άρµα προς το Πολυτεχνείο, µε γυρισµένο το πυροβόλο προς τα πίσω. Θυµάµαι ότι σηκώθηκα από τη θέση µου κι εγώ και το άλλο πλήρωµα. Δεκάδες φοιτητές κρέµονταν από τα κάγκελα, ενώ εκατοντάδες βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο. Έδειχναν πανικόβλητοι. Κι εγώ, να σκεφτείς, ότι τους έβλεπα σαν µαµούνια, που ήθελα να τα φάω!
Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 1973, ώρα 10.00 π.μ.
Τότε ήρθε ο οδηγός εδάφους του άρµατος και µου λέει: “Θα µπούµε µέσα, θα ρίξουµε την πύλη. Ετοιµάσου!” Πήρα θέση και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα πολλά πράγµατα, δεν είχα καλό οπτικό πεδίο, γιατί κοιτούσα πλέον από τη θυρίδα του άρµατος. Δέκα εκατοστά πριν από την πόρτα σταµάτησα. Σταµάτησα σκόπιµα. Αυτό φαίνεται στο βίντεο της εποχής. Στο φρενάρισµα οι φοιτητές, τροµαγµένοι, έφυγαν προς τα πίσω. Αν έµπαινα µε ταχύτητα, θα σκότωνα δεκάδες άτοµα, που εκείνη τη στιγµή ήταν κρεµασµένα στα κάγκελα.

Η καγκελόπορτα έπεσε αµέσως. Πίσω από τη σιδερένια πύλη ήταν σταθµευµένο το Μερσεντές, το οποίο είχαν βάλει εκεί οι φοιτητές για να φράξουν την είσοδο. Το έκανα αλοιφή. Η αριστερή ερπύστρια το έλιωσε. Με το που έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου εισέβαλαν οι αστυνοµικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Λίγο αργότερα κατέβηκα κι εγώ από το άρµα και µπήκα στο χώρο του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχε νεκρός. Θα µπορούσε όµως και να υπάρχουν νεκροί.

              

















Ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ντερτιλής σκότωσε τον Μιχάλη Μυρογιάννη, 20 ετών, το μεσημέρι της 18ης Νοεμβρίου, μπροστά στο Πολυτεχνείο

Αστυνοµικοί κυνηγούσαν και χτυπούσαν τους φοιτητές όπου τους έβρισκαν. Αν δεν ήταν οι λοκατζήδες να τους σταµατήσουν -θυµάµαι ότι πολλές φορές πιάστηκαν στα χέρια µαζί τους-, δεν ξέρω κι εγώ τι θα γινόταν. Στο προαύλιο του Πολυτεχνείου ήταν πολλοί χτυπηµένοι, θυµάµαι ότι είδα πολλούς τραυµατίες, ενώ τρεις τέσσερις ήταν σωριασµένοι κάτω, ακίνητοι. Δεν ξέρω αν ήταν νεκροί. Δεν κοίταξα να δω. Κάποια στιγµή ένας φοιτητής όρµησε καταπάνω µου και µου είπε: “Τι κατάλαβες τώρα που µπήκες;” Αφήνιασα. Έβγαλα το πιστόλι και προτάσσοντάς το γύρισα και του είπα ουρλιάζοντας: “Σκάσε, ρε κωλόπαιδο, µη σε καθαρίσω”. Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγµή... Αν έλεγε µια κουβέντα παραπάνω, θα τον σκότωνα! Τέτοιος ήµουν. Ένας φασίστας.

Όπως περνούσαν οι φοιτητές, θυµάµαι ότι έριχναν µέσα στο τανκ πακέτα τσιγάρα και ό,τι προµήθειες είχαν µαζί τους. Όταν γυρίσαµε στο Γουδί, το άρµα έµοιαζε µε περίπτερο. Όσο σκέφτοµαι ότι οι φοιτητές µάς έδιναν σάντουιτς και τσιγάρα, µετά απ' όσα τους κάναµε... Δεν µπορώ να το συγχωρέσω αυτό το πράγµα στον εαυτό µου. Σκέφτοµαι τι πήγα κι έκανα!...


Όταν γυρίσαµε στο στρατόπεδο, έγινα ήρωας. Οι στρατιωτικοί µου έδιναν συγχαρητήρια. Τότε αισθανόµουν ότι ήµουν κάποιος, ότι έκανα κάτι καλό, κάτι µεγάλο. [...]

Στο µεροκάµατο η ζωή µου άλλαξε 180 µοίρες. Έκανα όποια δουλειά µπορείς να φανταστείς. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν µπορώ να έχω τα ίδια αιτήµατα µε τους εργοδότες. Εµένα, που µου έµαθαν να µισώ τους κοµουνιστές, ψήφισα δύο φορές ΚΚΕ!

Στη δουλειά, πριν από χρόνια, κάποιος άκουσε πώς µε λένε και ρώτησε αν έχω κάποια σχέση µε τον “πορτάκια”, όπως είπε, του Πολυτεχνείου. “Ξάδερφός µου είναι, µακρινός. Σκοτώθηκε σε τροχαίο”, απάντησα. Είµαι ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ είκοσι χρονών. Ο έφεδρος στρατιώτης Α. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο! Οι φίλοι µου δεν ξέρουν ποιος είµαι, ούτε κανείς στη γειτονιά. Μόνο η γυναίκα µου το ξέρει. Της το είπα ύστερα από χρόνια. Στα παιδιά µου δεν το είπα ακόµα.

Ντρέποµαι γι' αυτό που ήµουν, γι' αυτό που έκανα. Στη θέση µου θα µπορούσε να βρεθεί ο καθένας, έφεδρος στρατιώτης ήµουν άλλωστε. Δε µε απαλλάσσει όµως αυτό. Μέχρι που µπήκα µέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής µου.

Είχαν µεγάλη ψυχή. Ήταν παλικάρια. Δεν ξέρω αν έχει νόηµα, αλλά θα ήθελα να τους πω µια µεγάλη συγνώµη…//

[Α. Σκευοφύλαξ, οδηγός του τανκ που παραβίασε την καγκελόπορτα του Πολυτεχνείου 
Βήμα Reportage, 9 Νοεμ. 2003, έρευνα Κώστα Χατζίδη]


//…Όταν μετά την δικτατορία αποφυλακίστηκα, δούλευα σε μια επιχείρηση. Κάποιος με ζητούσε επίμονα. Τον κοιτώ, με κοιτά ήταν ένας από τους βασανιστές μου στην ασφάλεια.
«Τι συμβαίνει; Πως από εδώ;» ρωτώ.
«Ρε συ Χρόνη να, ..ντρέπομαι κιόλας, αλλά έχω ένα γιο, και δεν έχει δουλειά. Μήπως μπορείς να με βοηθήσεις;;. "

Πιάσαμε την κουβέντα. Μετά πήγαμε στη «Σμαρώ», ένα ουζερί στην Καισαριανή, τα ήπιαμε και κλαίγαμε και οι δυο. Κοίτα να δεις. Όταν είσαι επαναστάτης και μάλιστα ρομαντικός, για να μπορέσεις να επιβιώσεις μέσα από αυτή τη κρεατομηχανή που σε περνά η εξουσία, πρέπει να φυλάξεις τον πολιτισμό και την αξιοπρέπειά σου, σαν το ακριβότερο άρωμα. Να μην πέσεις στο επίπεδό τους. Μόνον αυτό σε σώζει σαν άνθρωπο. Αυτό είναι που σε κάνει άνθρωπο μέσα σε αυτή τη σύγκρουση. Αυτός είναι ο πολιτισμός. Αν βγαίναμε από τα πηγάδια που μας είχαν ρίξει, φορτωμένοι με χειροβομβίδες και μαχαίρια θα ήμαστε μια από τα ίδια… [...]

Στη φυλακή με τους συγκρατούμενους μου λέγαμε, σαν παιχνίδι, τι δουλειά θα κάναμε στο μέλλον.
«Χρονάρα εσύ τι θα κάνεις;» ρωτούσαν.
«Ενωματάρχης στην ασφάλεια», απαντούσα.

Κι αυτοί νόμιζαν ότι έτσι, εγώ θα έπαιρνα την εκδίκησή μου. Αλλά δεν το έλεγα με αυτό το σκοπό. Ήθελα να παρηγορώ τις μανάδες για τα παιδιά τους, που ήταν μέσα. Φανταζόμουνα τι τράβαγε η μάνα μου, που μου έφερνε κάθε μέρα καθαρά ρούχα για να παίρνει τα ματωμένα, ώστε να καταλαβαίνει κάθε πότε με βασανίζουν... //


Στις 20 Νοέμβρη συμπληρώνονται τρία χρόνια απ’ τον θάνατο του Χρόνη.
Για όσους εντρύφησαν στις σελίδες των βιβλίων του, ξέρουν πως δεν του αρμόζουν μνημόσυνα και τελετές. Στη μνήμη του Χρόνη αλλά και σ’ όλων των ανθρώπων που αφανίστηκαν απ’ τη ζωή, πιστοί όμως στις αξίες τους ως την ύστατη στιγμή, οφείλουμε ν’ ανοίξουμε επιτέλους τις διαθήκες που μας άφησαν. Ίσως και να βρούμε όλες τις απαντήσεις στα αγωνιώδη ερωτήματα που μας βασανίζουν. Ο Χρόνης άλλωστε, είχε μιλήσει πολλά χρόνια πριν, γι αυτά που βιώνουμε σήμερα…

//Βλέπω συνέχεια τους πάντες να δηλώνουν ότι είναι εναντίον της τρομοκρατίας κι αυτό είναι σωστό και καλό. Οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο ρωτήσεις, «Ρε σύ, σου αρέσει να πάει ένας να βάλει μία βόμβα σε ένα τρένο και να σκοτωθούν εκατό άνθρωποι;» Θα σου πει «όχι». Είμαστε λοιπόν εναντίον της τρομοκρατίας. Τι είναι όμως η τρομοκρατία; Είναι μία μορφή βίας μη ελεγχόμενη από την κυρίαρχη εξουσία. Και βρισκόμαστε μπροστά στο παράλογο φαινόμενο. Ένα παιδάκι το οποίο ντύνεται με δυναμίτιδα και πάει να σκοτωθεί διατρανώνοντας την απελπισία του ή την σχιζοφρένειά του με τον Αλλάχ και λοιπά, δικό του πρόβλημα είναι, θεωρείται τρομοκράτης. Κι ένας πιλότος βομβαρδιστικού ο οποίος βομβαρδίζει σχολειά, νοσοκομεία, παιδιά, πρόσφυγες στο δρόμο και λοιπά και λοιπά, παρασημοφορείται ως ήρωας. Δεν είναι σχιζοφρενές αυτό;

Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε και πού φαίνεται η υποκρισία τους; Γιατί, ρε κερατάδες, δεν δηλώνετε ότι είστε εναντίον της βίας. Βία είναι και η μια, βία είναι και η άλλη. Η μία είναι θεσμοθετημένη, η άλλη όχι. Ας συνεννοηθούμε. Γιατί δεν δηλώνουμε ότι είμαστε εναντίον της βίας; Γιατί τότε θα ξετυλίγαμε το κουβάρι της υποκρισίας και θα φτάναμε κάπου στην αλήθεια. Στο τι κοινωνία ζούμε, σε τι κόσμο ζούμε και πού οφείλονται αυτά τα πράγματα. 
Τώρα επιστρέφουμε στο παρελθόν …//


Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Λουστρίνια νούμερο 37

4ο Παιχνίδι Λέξεων


«Το καστόρινο μποτίνι σε 39… και τη γόβα πίσω… και τη μπαλαρίνα με το σουέτ φιογκάκι… τα δοκιμάζω και θα δω ποιο θα πάρω».
Το κλασσικό παραμύθι : «Η αναποφάσιστη σαρανταποδαρούσα». Τίποτα δεν πήρε. Είχε χρόνο για σκότωμα. Μόλις τηλεφώνησε η κολλητή της, έφυγε δρασκελίζοντας ανοιγμένα κουτιά και  διάσπαρτα παπούτσια. Επιστρέφω στα κουτιά τους τα μποτίνια νούμερο 39, τις δωδεκάποντες νούμερο 40 -το 39 την χτύπαγε στο κότσι- και τις μπαλαρίνες με το σουέτ φιογκάκι. Μου φάνηκαν μελαγχολικές, μετά την οδυνηρή δοκιμασία τους στα πόδια της κυρίας με το κότσι. Σάμπως να τις άκουσα ν’ αναστενάζουν «Βάρκες μας έκανε η μαντάμ!»…

Ανεβαίνοντας στο πατάρι, ακούω για εκατομμυριοστή ίσως φορά, τον ήχο του τριξίματος απ’ την πετσικαρισμένη σκάλα. Θαρρώ πως γερνάμε μαζί. Όταν πρωτόπιασα  δουλειά στο πρατήριο υποδημάτων «Το Μιλάνο», ήταν μια κομψή στριφογυριστή σκάλα, που χαιρόσουν να την ανεβοκατεβαίνεις. Τακτοποιώ τα κουτιά στα ράφια τους. Στην κορυφή τα 36άρια… τεντώνομαι κι η μέση μου κάνει συγχορδία στη σκάλα του Μιλάνου. Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, πάντα ταξινομούσα δεδομένα στη ζωή μου. Μάλλον ήταν το πεπρωμένο μου να γίνω πωλήτρια παπουτσιών. Και το βράδυ σπίτι, συνεχίζω να τακτοποιώ για να διατηρώ το τέμπο μου. Τα παιχνίδια στο δωμάτιο του Πετράκη, τα βιβλία της Ρηνούλας, τα άπλυτα του Τάσου. Τα σώβρακα στους 90 βαθμούς… τις κάλτσες στη συρταριέρα… την γκόμενα του Τάσου στο πατάρι του μυαλού μου… ψηλά, μαζί με τα 36άρια...  «Ματίνα κατέβα! Πελάτισσα»…

Με λένε Ματίνα και φοράω το νούμερο 37. Οι καλύτερες αναμνήσεις μου είναι ως το νούμερο 35, κάπου στην εφηβεία μου. Λουστρινένια παπούτσια, σχολείο, βιβλία κι ένα σύντομο πέρασμα απ’ το δάσος της ξεγνοιασιάς, πριν φανεί ο κακός λύκος. Ο έσχατος ηρωικός αντιπερισπασμός της καλής μου μοίρας, στα άβολα παπούτσια που μου κράταγε ρεζερβέ η ζωή για τα επόμενα χρόνια.  Μαζί με τη μάνα μου, έθαψα τη σχολική ποδιά και τα λουστρινάκια μου. Πήγα τροχάδην στις νυφικές γόβες, νούμερο 38. Ευγενώς δανειοδοτημένες απ’ την ξαδέρφη Γιωργία. Έπλεαν τα πόδια μου, αλλά «M’ αυτούς τους πάτους, ποιος θα το καταλάβει;». Κανείς δεν κατάλαβε πως εκείνο το βράδυ δεν έκλαιγα από συγκίνηση, μα για το θεόρατο νούμερο ζωής που μου διαλέξανε.

Ο Τάσος φορούσε 43. Μολύβι το πόδι του. Το διαπίστωσα μόλις επιστρέψαμε απ’ το ταξίδι του μέλιτος. Πέντε μέρες στο πατρικό του, στους εξωτικούς Γαργαλιάνους. Τότε κατάλαβα πως το 37, δεν ζευγαρώνει επ’ουδενί με το 43. Νόμος της υποδηματοποιίας. Η τροχιά που διαγράφει μια κλωτσιά του 43, είναι απείρως μεγαλύτερη απ’ το ισχνό διάνυσμα του 37. «Με λίγο μολυβόνερο, ποιος θα το καταλάβει;»

Στο χαμηλοτάβανο παταράκι του Μιλάνου, έχω κρυμμένο ένα κουτί με τ’ αγαπημένα μου λουστρίνια, νούμερο 37. Με περίμεναν υπομονετικά να τακτοποιήσω όλα τα κουτιά στη θέση τους και να το σκάσουμε παρέα. Το αφεντικό γέρασε, το Μιλάνο κλείνει, ο Πετράκης φοράει πια νούμερο 44 και η Ρηνούλα 39. Ο Τάσος φοράει παντόφλες κι η γκόμενα του Τάσου παντρεύτηκε έναν βιομήχανο, πολλά νούμερα μεγαλύτερό της.
Απόψε φοράω τα λουστρίνια μου και ξαναμένω ορφανή. Χρωστάω σ’ ένα νούμερο που δεν το φόρεσα ποτέ. Το 36.

Tα λουστρίνια της Ματίνας περπάτησαν στο 4ο Παιχνίδι Λέξεων συντροφιά με υπέροχους συνοδοιπόρους - περιπατητές.
Η Μαρία άνοιξε και πάλι τις φιλόξενες πόρτες της και μας κέρασε άπλα, συγκινήσεις και χαμόγελα.
Στη μικρή της γκαλερί (μπλογκ το λέει εκείνη), μοιραστήκαμε τις συμμετοχές μας και περάσαμε αξέχαστες στιγμές.
Εύχομαι καλές περπατησιές στα παπούτσια μας κι ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου για την τιμή που μου κάνατε!

Σαν υστερόγραφο να θυμίσω πως το Παιχνίδι αυτό ήταν μια ιδέα της Φλώρας, η οποία και το φιλεξενούσε αρχικά στο χώρο της Τexnistories.
Χάρη στην Μαρία, συνεχίστηκε κι έγινε θεσμός.
Μακάρι να μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε τα πολύτιμα κομμάτια του και να κάναμε μια συλλογική έκδοση.
Ποτέ δεν ξέρεις...