Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Προαπαιτούμενα τα ντολμαδάκια

Photo: http://tatphotography.blogspot.gr/
Τον κιμά τον τσιγαρίζουμε πριν τυλίξουμε τα ντολμαδάκια; Δεν βοηθάει η μνήμη μου.
Της δίνω προθεσμία ως το βράδυ. Πρωί, πρέπει να βράζουν στην κατσαρόλα. Πριν μεσημεριάσει, θα καταφτάσει το κλιμάκιο εμπειρογνωμόνων. Πεθερά, πεθερός, κουνιάδα, μπατζανάκης, παιδιά, ένα σκυλί σαλονιού κι ένα λουράκι. Ο Αντώνης έβαλε βέτο. Αν δεν τους περιποιηθούμε καταλλήλως, θα κόψουν το πακέτο στήριξης. Θα μου το χρεώσει σαν οικογενειακή προδοσία. Κι ο μικρός ξεκινάει ορθοδοντικό. Κι Αγγλικά. Μπι Σίνιορ...ή Σι; Δεν βοηθάει η μνήμη μου.

Διδυμότειχο-μπλουζ η κουζίνα. Το ξημέρωμα με βρήκε να καθαρίζω  ένα τσουβάλι πατάτες.  Σκοπιά στο μαγειρείο. Αγχωμένο τσιγάρο και πίσω στις πατατόφλουδες. Εναλλάξ με τον Αντώνη. Όπλα, παλάσκες, λαμαρίνες, δίσκοι. Ψητό στο φούρνο και σαλάτες στο ψυγείο. Και τα ντολμαδάκια στην κατσαρόλα. Έβαλα λεμόνι; Tι ώρα θα’ρθουν; Γιατί  η μάνα σου μας τρώει τα συκώτια με τη μαγειρική μου; Γιατί δεν λέει ένα μπράβο γι αυτό που είμαι; Γιατί φτάσαμε ως εδώ; Δεν  βοηθάει η μνήμη μου.

Δύο οι εφιάλτες  τούτες τις κρίσιμες ώρες. Να μας κόψουν τη δανειοδότηση. Ή να κόψει το αυγολέμονο.  Να βγουν αυτά τα κίτρινα ξερατά στην επιφάνεια της κατσαρόλας και να επιπλέουν σα μύξες. Σιχαίνομαι τα ντολμαδάκια. Και τα οικογενειακά δάνεια εν γένει. Και το καθεστώς εποπτείας ειδικότερα. Και τον  τεντωμένο δείκτη. Συνήθως σκοπεύει εμένα. Φράση και  ντουφεκιά. «Εμείς στην ηλικία σας, είχαμε κοτζάμ περιουσία και μεγαλώναμε  δυο παιδιά!... Όχι σαν εσάς που δεν αξιωθήκατε για δεύτερο…» . Σιχαίνομαι και τη σιωπή σου Αντωνάκη! Με παρατάς σύξυλη στο σκοπευτήριο, με την κυρά-Αγγέλα απέναντι, να ρίχνει επαναληπτικές βολές…  Μυρίζει έντονα ο άνηθος ή είναι ιδέα μου;…  Μήπως έπρεπε να βάλω μαϊντανό;… Δεν βοηθάει η μνήμη μου.

Μπουκάρει η Καγκελάριος. Κάγκελο όλοι στην είσοδο. Παραλίγο να χαιρετήσω στρατιωτικά. Κρατήθηκα. Παρά πόδα  η κόρη. Μ’ ένα σκατουλί πατσαβούρι να γαβγίζει υστερικά. Ξωπίσω,  ο ουλαμός. Παιδιά, μπαμπάς παιδιών, μπάλες, τάμπλετ, λασπωμένα παπούτσια. Χλαπαταγή. «Κατουριέμαι σου λέω!...Εγώ δεν πεινάω…Πότε θα γυρίσουμε σπίτι;...Έχω να τελειώσω μια πίστα…Να  πλύνεις ΕΣΥ τα χέρια σου!..Όχι…ΔΕΝ σκάω!... ».  Δεν έσκασε.  Έσκασα εγώ. Τα μαξιλάρια του διθέσιου, γίνανε σκατουλί. Κοίταξα με νόημα τον Αντωνάκη. Συναίνεση και σιωπή. Δήλωσε παρών, αλλά δεν καταψήφισε το αίσχος.

Στο τραπέζι διαπραγματεύσεων. Το πουκάμισο του Αντώνη στάζει ιδρωτάρι, σα χαλασμένη υδρορροή. Το στομάχι μου ναυτικός κόμπος. Τσουγκρίσματα…“Καλώς βρεθήκαμε!...Καινούργιο ριχτάρι; Μπράβο, με γεια σας!..Δεν είχε άλλο χρώμα;… Όοοχι, δε λέω…καλούλι είναι! Τον κιμά δεν τον τσιγάρισες;… Βγάζει μια κρεατίλα…Πού να’ξερες τι έφτιαχνα στην ηλικία σου!... Είχαν να το λένε στο σόϊ του άντρα μου!...Πες Αρίστο!...Θυμάσαι τη συγχωρεμένη τη μάνα σου πώς με καμάρωνε;…H Aγγέλα μου, έλεγε, κορώνα στο κεφάλι μας!...Θυμάσαι Αρίστο;…”

Αμνήμων ο Αρίστος. Κι ο Αντωνάκης. Σιωπηλοί, γλύφουν με αφοσίωση τα κόκαλα στο πιάτο τους. Η επόμενη δόση έχει ήδη εγκριθεί, με αντάλλαγμα τα τελευταία οχυρά αξιοπρέπειας που μας είχαν απομείνει.
Η Αγγέλα χαμογελάει με ύφος μποξέρ που μόλις έριξε νοκ άουτ τον αντίπαλο.
Τον Αντωνάκη Της. Που πάντα θα σέρνει μια κτητική αντωνυμία ξωπίσω του. Πάντα θα θυμάται, αλλά θα σιωπά.
Η αγάπη μπαίνει στην κατσαρόλα, σιγοβράζει στην  τσίπα της και γίνεται μια θαυμάσια συνήθεια.
Η ανάγκη όμως;… Σκληρή σα σόλα!



Τα ντολμαδάκια μου εν γένει, μπορεί να μην διακρίθηκαν ποτέ για την απόλυτη επιτυχία τους. Τα συγκεκριμένα όμως, επιλέχτηκαν και βραβεύτηκαν στο Παιχνίδι Λέξεων του ΤΕΧΝΙS STORIES

Ένα τεράστιο ευχαριστώ στη Φλώρα που φιλοξένησε για άλλη μια φορά το παιχνίδι, τις συμμετοχές και όλους εμάς, με παραδειγματική συνέπεια και φιλοξενία.
Α!...και σ' όσους θαρραλέους (επι)δοκίμασαν τους μαγειρικούς μου πειραματισμούς! Να'στε καλά και συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά για τις συμμετοχές και την προσπάθεια! 

Σημείωση: Οι κόκκινες λέξεις ήταν οι προαπαιτούμενες αυτού του γύρου.
Το κόκκινο βραβείο είναι το απονεμηθέν για την ιστορία μου.
Το αφιερώνω σε όλους όσους βιώνουν τα προσωπικά τους -οικογενειακά- μνημόνια!


Το κείμενο φιλοξενήθηκε στο Εβδομαδιαίο Περιοδικού Πολιτισμού 




Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Πρωτοχρονιάτικο

Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες,σκεμπέδες σταυροθόλωτοι και βρόμιες ποδαρούκλες,ξετσίπωτες, ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοιντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.
Σαράντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαρά η καμπάνα)καθένας γουρουνόπουλο, καθένας νταμιτζάνα!Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στο τζάκικι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στο μπατζάκι.
Όξ’ ο κοσμάκης φώναζε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες»
 γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες·κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοιανοίξαν τα παράθυρα και κράξαν: «Είστε αθέοι».Κ. Βάρναλης
Η απάντηση του ποιητή στην ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου που, από τη μία καταδίκαζε τους «μαλλιαροκομμουνιστές» (καθώς και τον ίδιο) και από την άλλη, κατά τη διάρκεια της τότε μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης, κήρυττε «εγκράτεια». Δημοσιεύτηκε με τη σατιρική υπογραφή Γερβάσιος ο θεοεμβαίκτης, στο περιοδικό «Πρωτοπόροι». Τεύχος Φλεβάρη 1931. 


Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΡΕΙΠΙΑ

Η Ζωή Μαυρουδή, η Irate Greek, το Omnia TV και το περιοδικό UNFOLLOW, παρουσιάζουν:

ΕΡΕΙΠΙΑ

Ένα ντοκιμαντέρ για τη συγκλονιστική υπόθεση ποινικοποίησης του HIV στην Ελλάδα. Η εξιστόρηση της δίωξης των οροθετικών γυναικών, οι οποίες προσήχθησαν από την Ελληνική Αστυνομία, υπέστησαν εξαναγκαστικούς ελέγχους για ΗΙV, προφυλακίστηκαν για κακούργημα, και τελικά διαπομπεύτηκαν, όταν οι φωτογραφίες και τα προσωπικά τους δεδομένα δημοσιοποιήθηκαν στα ΜΜΕ, λίγες μέρες πριν τις εθνικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012.


"...Θέλησα να κάνω αυτό το ντοκιμαντέρ γιατί πιστεύω ότι η υπόθεση των διαπομπευμένων οροθετικών γυναικών αντικατοπτρίζει όλα όσα έχουν πάει στραβά στη χώρα μας τα χρόνια της κρίσης: τον αυξανόμενο συλλογικό μας πανικό, την ανικανότητα των θεσμών, τη δουλικότητα των ΜΜΕ απέναντι στην υποτιθέμενη ιερότητα της εξουσίας, το φαρισαϊσμό των πολιτικών μας και την άνοδο του αστυνομικού κράτους..."


Απόσπασμα απ' τη δήλωση  της Zωής Μαυρουδή που υπογράφει τη σκηνοθεσία.



Εδώ θα βρείτε αναλυτικές πληροφορίες & πρόγραμμα προβολών: http://ruins-documentary.com/#

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν σου πάει η σκιά!

Κουδούνι, αγιασμός, βιβλία κι όξω απ’ την πόρτα!
Άντε κι ένα συνοπτικό λογύδριο απ’ τον διευθυντή, με ευχές που του έστειλε ο εκπρόσωπος του υπουργείου νωρίς το πρωί, για καλή σχολική χρονιά.  
Οι γονείς στα κάγκελα, οι καθηγητές στα πρόθυρα, ο παπάς στις ψαλμωδίες.
Το υπουργείο στο κέντημα, οι εκπρόσωποί του στο ψιλό γαζί και η υποκρισία στον κολωφόνα της δόξας της.

Το προαύλιο ζωσμένο με εκρηκτικά.
Εκατό, διακόσιες, τριακόσιες ψυχές. Ώμοι που θα φορτωθούν αμαρτίες και χρέη και πολλά βιβλία. Όλα, δυσανάλογα με το βάρος τους.  Και νουθεσίες απ’ τους παροικούντες το προαύλιο της ζωής τους.
«Να είστε καλοί μαθητές, να ακούτε τους καθηγητές σας και να αφομοιώνετε αυτά που σας λένε. Να σπουδάσετε και να γίνετε επωφελείς πολίτες στην κοινωνία».

Στιγμιαία συγκίνηση, τα κινητά βαράνε, ο παπάς  αποχωρεί, το σκηνικό αποκαθηλώνεται άρον-άρον και το λευκό τραπεζομάντηλο διπλώνεται για να ξαναμπεί του χρόνου.  Επίσημοι και ανεπίσημοι μαζεύουν τις αλυσίδες τους και επιστρέφουν στο σπήλαιο.  Οι τηλεοράσεις θα το καλύψουν με σύντομο ρεπορτάζ και ανάλογα τις ορέξεις τους, θα του δώσουν τη χροιά που τους βολεύει. «Με προβλήματα ξεκινάει η νέα σχολική χρονιά», ή «Γέμισαν πάλι παιδικές φωνές τα σχολικά προαύλια…».

Λίγο πριν παραχώσω την ύπαρξή μου στους τοίχους του σπηλαίου μου, σου βάζω ένα σκονάκι στην παλάμη.  Στα μουλωχτά. Σε μια έξαρση ειλικρίνειας με τον εαυτό μου. Απέλπιδα προσπάθεια να σου πετάξω ένα σωσίβιο. Διακανονισμός με τις ενοχές μου. Και μια ελπίδα που σιγοκαίει, κάθε φορά που αντικρίζω τη ματιά σου να γυαλίζει. Ακόμα… Και για όσο… Στο μεταίχμιο.

"Αγαπημένε μου,

Λίγο πριν γίνεις ο υποδειγματικός καταναλωτής και ο αυριανός δανειολήπτης μιας τράπεζας.
Λίγο πριν βάλεις ενέχυρο τη ζωή σου.
Λίγο πριν αποκτήσεις φορολογικό μητρώο και ριχτείς στην αρένα με τα λιοντάρια.

Αν  επιμένω να ελπίζω σε κάτι, είναι γιατί υπάρχεις εσύ.
Ακόμα και τις ώρες που μεγεθύνω την παρουσία μου στους τοίχους για να την κάνω επιβλητική και φοβιστική, στο βάθος σε ζηλεύω. Γιατί ξέρω πως η έξοδος, δεν είναι παρά δυο δρασκελιές δρόμος. Έτσι να κάνεις, βγήκες. Το μπόι σου να ορθώσεις, γίνεσαι τιτάνας.
Τη συνομίληκη  φωνή σας  να ενώσετε, σπάτε αλυσίδες και βράχους. Τα ντεσιμπέλ σας να ανακαλύψετε και θα γίνει το σπήλαιο, Μέγαρο Μουσικής! Με την ορχήστρα των Νέων! Να κάνει θεαματική στροφή και έξοδο. Στο φως!

Με λατρεία,
Η μαμά σου.

Απ’ τα βάθος του σπηλαίου"


Πηγή: http://lyemium.com/content/worldwide-street-art-7-havana-cuba

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Ο «τζαμπατζής», οι τζάμπα μάγκες κι ένα Γαμώτο!...

Μπορεί να ψυχομαχάει η γλώσσα μας, αλλά το ταλέντο μας να βάζουμε τις αποχρώσεις που γουστάρουμε στα γεγονότα, παραμένει αμείωτο.  Να τα μοντάρουμε, να τα μουτζουρώνουμε, να τα παραποιούμε και  να τα απαξιώνουμε. Ακόμα κι αν πρόκειται για το θάνατο ενός εφήβου. Εκεί δηλαδή που ο λόγος κάνει παύση και οι λέξεις σιωπούν. Γιατί βρίσκουν πως δεν έχουν κάτι να πουν. Πώς να χωρέσεις άλλωστε  τον πόνο σε στρόγγυλα σύμβολα; Πώς να διαχειριστείς το άδικο με συλλαβές, με παραγράφους και τελείες; Πώς καταγράφεται η κραυγή; Πού τονίζεται η αναλγησία; Πόσες συλλαβές να βάλεις στο «γαμώτο»; Γαμώτο!...

Το τρόλεϋ που ήταν εν κινήσει, βαφτίστηκε θύτης. Ο ελεγκτής έκανε τη «δουλειά» του. Αυτό που έγινε, δεν ήταν παρά ένα γεγονός που τον απέσπασε απ’ την εύρυθμη λειτουργία του καθήκοντός του. Οι κραυγές διαμαρτυρίας, ήταν λαϊκισμοί και βούτυρο στο ψωμί των λαθρεπιβατών. Η διανόηση ντύθηκε τα καλά της κι άνοιξε τη μηχανή του κιμά. Δεν έφτασε ο φυσικός θάνατος. Τέτοια απροειδοποίητα γεγονότα, αναζωπυρώνουν κάτι μικρές εστίες φωτιάς που σιγοκαίουν. Κατέφθασαν άμεσα στον τόπο του δυστυχήματος, οι μεγάλες δυνάμεις. Οι διαφωτιστές, οι λόγιοι και οι αναλυτές. Και την ώρα που ένα δεκαοχτάχρονο παιδί ξεψυχούσε ημίγυμνο στην άσφαλτο, τα όρνια του tweeter  πέταγαν ήδη πάνω απ’ το κεφάλι του. "Συμπέρασμα: οι ελεγκτές δεν πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους γιατί κάποιος τζαμπατζής μπορεί να πηδήξει έξω από το όχημα. Λογικό". Χειροκροτήματα κάτω απ’ την πίστα. Πανέρια με λάϊκ και γαρύφαλλα στην κυρία!  Εξαιρετική εκτέλεση! Αγαπημένοι γραφιάδες. Γνώριμα πρόσωπα. Πάνω τους είχαμε ακουμπήσει  ελπίδες, θαυμασμό και προσδοκίες. Αγοράσαμε τα βιβλία τους, τα διαδώσαμε, γίναμε μια μικρή αλυσίδα τριγύρω τους και τροφοδοτήσαμε την επαγγελματική τους ανέλιξη. Γαμώτο!...

Καθάρισε κι αυτός ο λεκές. Σύντομα, περιεκτικά και με τη στόφα του λογοτέχνη. Νομιμοποιήθηκε η πράξη. Εκλογικεύτηκε ο θάνατος. Απ’ τους ποιητές  της ζωής…  Το «σοφό παιδί» κόβει πάντα εισιτήρια.  Ή έστω, διαθέτει κάρτα απεριορίστων διαδρομών.  Δεν αντιστέκεται στους ελεγκτές και πεθαίνει ησύχως. Δίχως θεαματικά βολ-πλανέ στο κράσπεδο και αλυσιτελείς  τραυματισμούς.

Πριν πάρει το δρόμο της ανακύκλωσης, υπήρχε στο ράφι μου ένα βιβλίο που, κατά σατανική σύμπτωση, έφερε έναν προφητικό τίτλο. Απ’ τη συγγραφέα με το περίστροφο.
«Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω».

Δεν θα μεγαλώσει.

Γαμώτο!...


Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Χωρίς λόγια


Στο φούρνο της γειτονιάς.  Μέρα και ώρα αιχμής. Μεσημέρι Σαββάτου. Με τους πελάτες να βγαίνουν φορτωμένοι φρατζόλες, κουλούρια και ζεστά κρουασάν. Μηχανικές κινήσεις και αδιάφορα βλέμματα.  Μπροστά μου μια καλοσχηματισμένη γυναικεία φιγούρα.  Με σκουρόχρωμη μακριά ρόμπα, κουμπωμένη ψηλά στο λαιμό της και τη χαρακτηριστική μαντήλα να καλύπτει το κεφάλι της. Σφιχτά δεμένη. Να μη φαίνεται ούτε τρίχα απ’ τα μαλλιά της. Στο χέρι της κρατάει ένα κέρμα, το άλλο σφίγγει δυνατά ένα παιδικό χέρι. Μια μικρή, ίσαμε δέκα χρόνων. Δίχως μαντήλα. Με μαλλιά φιλντισένια και δυο μάτια που πέσανε πάνω μου, σα φλογεροί κομήτες. Για ένα δευτερόλεπτο. Όχι παραπάνω.

Προσποιούμαι πως χαζεύω τις βιτρίνες με τα γλυκά.
Όση ώρα η μητέρα της παραγγέλνει μια φρατζόλα, με τα ισχνά ελληνικά της,  ένα παιδικό χέρι υψώνεται δειλά, προς τον πάγκο με τις σοκολάτες. Δίπλα στην ταμειακή.  Απλώνει τα δάχτυλά της πάνω απ’ το κουτί και αγγίζει τρυφερά τα χάρτινα περιτυλίγματα. Τα χαϊδεύει. Και ξαναρίχνει το χεράκι της κάτω. Βαρύ σα μολύβι. Την ακούω να καταπίνει μιαν ανάσα αέρα. Διακρίνω τη διαδρομή του σάλιου της. Μια μικρή μπαλίτσα, που κατρακυλάει ξέφρενα στο λαιμό της.

Στιγμιαίος διάλογος με τη μητέρα της. Βουβός, μόνο με τα μάτια.  Μα απόλυτα εύγλωττος. Απλώνω το χέρι μου δείχνοντας τις σοκολάτες. «Μπορώ να…;». Μου απαντάει κατηγορηματικά. «Ούτε που να το σκεφτείς!». Σφίγγει δυνατά το παιδικό χέρι και φεύγουν κι οι δύο με γρήγορο βηματισμό.

Μια στιγμή μονάχα. Τόσο χρειάστηκε. Δίχως λόγια. Δίχως χειρονομίες. Μ’ ένα καθαρό βλέμμα. Παραχωμένο πίσω από μια μαντήλα. Κι ας μην ήξερε να μιλάει σωστά τη γλώσσα μου. Κι ας ήταν αδύνατον  να ξεστομίζει  σωστά τις λέξεις  και να φτιάχνει σεντόνια με όμορφες φράσεις. Με μια ματιά της μόνο με αποστόμωσε. Με κόλλησε χαλκομανία, στην ψευδοροφή της ευδαιμονίας μου.

Και μου υπενθύμισε με τον πιο αυστηρό τρόπο, πως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι προνόμιο του κατέχοντος. Ίσα-ίσα… Ζει και βασιλεύει στο μαγικό κόσμο του μη έχοντος.