Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Αντί για ρεβεγιόν

Photo: http://www.athensparty.com
Αντί για ηλεκτρονικές κάρτες και κοινότοπα sms, αντί για  πλαστικές σακούλες με παιχνίδια της μιας βραδιάς και  πλαστικές συσκευασίες που αύριο το πρωί θα ξεχειλίσουν τους κάδους σκουπιδιών,  πάμε μόνο μια βόλτα στ’ αστόλιστα. Φόρεσε μόνο το ατόφιο σου χαμόγελο. Ντύσου το ανθρώπινο δέρμα σου, κι άστο ν’ ανατριχιάσει. Περιπλάνησε τη ματιά σου, κατέγραψε σκηνές, γέμισε τη μνήμη σου και υποσχέσου μου ότι τη χρονιά που έρχεται, θα μείνουμε άνθρωποι.

Είναι όμορφα εδώ κάτω στη Γη. Μαθαίνεις να ζεις με τους νόμους της βαρύτητας. Η βαρύτητα είναι η αιτία της ύπαρξής μας, χωρίς αυτή δεν θα υπήρχε ζωή. Ο προορισμός μας είναι να δημιουργούμε αμοιβαίες έλξεις κι όχι να καταναλώνουμε προϊόντα και συμβουλές υπερφίαλων διαφημιστών. Το περιοδικό που έδινε συμβουλές για όλα τα προβλήματα, στη σελίδα τάδε, ξεθώριασε. Τα σύμβολα των επώνυμων εμμονών μας, γίνανε κόπιες φτηνών αντιγράφων, ξεφτίσανε και χάσανε την αίγλη και την αξία που τους είχαμε δώσει. Κάθε έγκλημα έχει και την τιμωρία του.

Μια υπόσχεση για τη χρονιά που έρχεται. Μια μαγική λέξη. Ανταλλαγή. Ματιών, χαμόγελων, αγαθών, παρέας, στιγμών και ψυχής. Είναι σαν το αίμα. Όσο το δίνεις, τόσο αυτό ανανεώνεται και αποβάλλει αχρείαστες  ποσότητες ουσιών. Που μεταγγίζονται  σε κάποιο άλλο σώμα και προσφέρουν ζωή. Κι αν καταφέρουμε να γίνουμε ένας κρίκος αυτής της μαγικής αλυσίδας, τότε θα εκπληρώσουμε και το σκοπό του ταξιδιού μας.

Σε περιμένω για εναλλακτικό ρεβεγιόν σε κάποια πλατεία.
Στις καθημερινές πρωτοχρονιές μας, στις μικρές γιορτές που μόνοι μας θα στήνουμε.
Επίσημο ένδυμα απαγορεύεται λόγω του πολύ χαμηλού βαρομετρικού.
Δεν θα σερβιριστεί φίνγκερ φουντ και σίγουρα ο μπουφές δεν θα περιλαμβάνει γλυκόξινα γαριδο-καναπεδάκια.
Μόνο μια γουλιά ζεστό καφέ, ένα τσιγάρο, ένα μελομακάρονο, ένα χαμόγελο, ένα χτύπημα στην πλάτη, ένα σφίξιμο του χεριού. Λίγη τρυφεράδα και κατανόηση. Ένα ζευγάρι υγρά μάτια. Ένα καθρέφτισμα στην ψυχή μας.
Καλές περπατησιές να έχουμε στη νέα χρονιά!

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Ταχυδρομείον «Το ανεπίδοτο»

Photo: http://www.dailymail.co.uk
Στις αρχές του μήνα, ξεκίνησε τη μικρή του Οδύσσεια ο φάκελος απ’ το μυστικό μου ταίρι στο παιχνίδι της Μαριλένας, με τη μυστική ανταλλαγή δώρων.
Στις επόμενες μέρες, όλοι παραλαμβάνανε σιγά-σιγά τα δώρα τους, εκτός από μένα.
Με ρώταγε η Μαριλένα, στεναχωριόταν κι η άγνωστη φίλη που δεν είχε νέα μου.
Με ζώσανε τα φίδια...
Κάθε απόγευμα που γύρναγα σπίτι, έτρεχα σαν την Πατουλίδου στο γραμματοκιβώτιο να δω αν είχε κάτι για μένα.
Με την Μαριλένα αλληλογραφούσαμε σχεδόν καθημερινά, για να την κρατάω ενήμερη.
Στο μεταξύ, το «ταίρι» μου είδε κι απόειδε πως δεν θα δει προκοπή μαζί μου, κι ετοιμάζει και δεύτερο φάκελλο.
Μου γράφει η Μαριλένα κι οι ελπίδες αναπτερώνονται.
Ξανά αγκαλιά με το γραμματοκιβώτιο κάθε απόγευμα... Επί ματαίω πάλι...
Πριν λίγες μέρες δεν άντεξα και πήγα εκστρατεία στα ΕΛΤΑ.
Ωραία πέρασα το πρωί εκείνο. Γνώρισα συμπαθητικούς συνταξιούχους και  γονείς που στέλνανε πακέτα στα παιδιά τους για τα Χριστούγεννα. Θα πήγαν άραγε;
Κατά το μεσημεράκι, η ευτραφής υπάλληλος μου πέταξε στα μούτρα το χαρτάκι με τον αριθμό αποστολής, που είχα ως το μόνο στοιχείο έρευνας.   
«Εδώ δεν έχει τίποτα. Να ρωτήσετε στο γραφείο διανομής»...
Το να πιάσεις γραμμή και να ζητήσεις τον ταχυδρόμο της περιοχής σου, ο οποίος –από τύχη- θα ήταν εκεί και θα εξυπηρετούσε κιόλας, το θεωρούσα σημάδι θεϊκής εύνοιας.
Τόξερα, τόπαιξα και φυσικά η κλήση δεν απαντήθηκε.

Ακολούθησαν κι άλλα τηλέφωνα, ερωτήσεις και έρευνες.
Σήμερα το πρωί και λίγο πριν εκπνεύσει το έτος που ακούει στο όνομα 2013, αξιώθηκα να βρω στο τηλέφωνο, έναν εξυπηρετικότατο άνθρωπο που με βοήθησε να λύσω το γρίφο.

«Ναι εδώ τον έχουμε το φάκελλο σας μαντάμ... Ααααα, έχω κι άλλα δικά σας... είναι κι αυτή η βροχή, δε το βλέπω να παραδοθούν σήμερα... Να σας πω, έχετε αυτοκίνητο μήπως;… έχετε; Ε, δεν πετάγεστε ως εδώ να τα πάρετε όλα... κοντά είμαστε... με την ευκαιρία να σας δώσω και την αλληλογραφία της πολυκατοικίας;... Μια που θα μπείτε στον κόπο... Ξέρετε ο ταχυδρόμος απολύθηκε και
δεν έχει αντικατασταθεί ακόμα... από βδομάδα ίσως έρθει ο καινούργιος... Άντε, ελάτε να τα πούμε από κοντά...».
Μαγικές στιγμές! Φεύγοντας απ’ το σκοτεινό κτίριο, ένιωθα σαν τον Άη Βασίλη με το σάκο στον ώμο. Το βράδυ θα μοιράσω τους φακέλλους στους γείτονες και θα τους ευχηθώ αίσιον και ευτυχές το νέον έτος!

Το μυστικό μου ταίρι, δεν είναι άλλη απ’ την Pink Angel, που με κατασυγκίνησε γιατί κατασκεύασε και έστειλε εις διπλούν, την πανέμορφη καρτούλα με τις ευχές της.
Την ευχαριστώ πολύ, γιατί δίχως να το ξέρει -εκτός απ’ τη συγκίνηση και τη χαρά που μου πρόσφερε -  έγινε η αιτία να βρω μια ντάνα ξεχασμένους φακέλλους.
Το δώρο της Αρχηγού της Οργάνωσης, της Μαριλένας μας 
* Την καρτούλα, τις ευχές της ένα χριστουγεννιάτικο χειροποίητο     στολίδι κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, που τα λάτρεψα!
* Το ληγμένο λογαριασμό του τηλεφώνου
* Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του αυτοκινήτου
* Μια ευχετήρια κάρτα από Αμερική
* Όλη την αλληλογραφία των γειτόνων μου!...

Σύσσωμη η πολυκατοικία κι εγώ ιδιαιτέρως, αναφωνούμε μ’ ένα στόμα, μια φωνή:
EYXAΡΙΣΤΟΥΜΕ PINK ANGEL!

Αγγελένια μου ροζ ύπαρξη, σ’ ευχαριστώ ειλικρινά γιατί έβαλες χρώμα στα φετινά μου Χριστούγεννα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Οι κάρτες σου έχουν πάνω τους τη μυρωδιά και την αγάπη σου και το ότι έφτιαξες δεύτερη κάρτα με το ελατάκι ένθετο στη μέση, το μπαμπάκι και τους χιονάνθρωπους, με ενθουσίασε! Ίσως γιατί δεν θυμάμαι να έχω πάρει ποτέ στη ζωή μου χειροποίητες κάρτες, που έχουν δουλευτεί με τόση φροντίδα και υπομονή!



Μαριλένα μου σ’ ευχαριστώ πολύ για το «μαγικό» σου φάκελλο! Και για όλη την υπομονή και την πίστη σου πως στο τέλος θα βρεθούν οι αγνοούμενοι φάκελλοι...


Εύχομαι ολόψυχα η χρονιά που έρχεται, να φέρει σε όλους αργοπορημένα «δώρα», ξεχασμένα όνειρα, πολλές εκπλήξεις και αναπάντεχες ανατροπές!


Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Παραμονή Χριστουγέννων (Tάσος Λειβαδίτης)


Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρώμικης φανέλλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κ' εκείνο κρυώνει
καθώς μάς πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες πού ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας - ένας
ακούει τ’ όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ’ άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
πού σε λίγο θα τα σβήσει η βροχή
ένα χέρι γλυστράει το ρολόϊ του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει-αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.

Ξεκινάνε τα φορτηγά.

Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο
δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
μα είναι πολλά χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση
για να πεθάνεις.

Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακκί της νύχτας
θα κολλήσουμε τ’ αποτσίγαρο στη μύτη τής αρβύλας μας
θ’ ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
όπως το βράδι ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.

Ελάτε, λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της
ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης.

Μας ήρθε μ’ ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
Τού κάναμε τόπο
άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά-καλά
και μας κοίταξε.
Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ’ το Νοτιά
και το μούτρο του ήταν βλογιοκομένο σαν ψιχαλισμένος
δρόμος.
Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
Τον πήραν νύχτα, ξαφνικά, και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μη του το πάρουν.

Μη με λες, λοιπόν, σύντροφο
έχω έναν σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ’ άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.

Μη με λες, λοιπόν, σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.

Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.

Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα-όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς προχωράς.

Η ασετυλίνη πού σφυρίζει στη γωνιά
ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.

Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
-Θωμά, πάρε τσιγάρο
και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα τού πετρελαίου. Ο Θωμάς
σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
και καθαρίζει ήσυχα-ήσυχα. Τ' άλλο του χέρι είναι κομμένο.

Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ’ ένα φύσημα παγωμένου αγέρα. Το σαγώνι του
θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.

Σηκώνεις το γιακά τής χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, Καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
- Καληνύχτα, Θωμά. Καλά Χριστούγεννα.

Κ' η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Μακρόνησος 1950
Από τη συλλογή "Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο" 

1956, Εκδόσεις Κέδρος



Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Τα ζωντανά ρολόγια


Σε μια μικρή κουκίδα στο χάρτη της πρωτεύουσας…
Ανάμεσα σε δαιδαλώδη εμπορικά κέντρα, φωτεινές ταμπέλες  και εκτυφλωτικούς προβολείς πολυκαταστημάτων…
Την ώρα που τα ρολόγια της πόλης διαγράφουν τη συμβατική πορεία τους…
Μια ομάδα ζωντανών ρολογιών σχηματίζουν αλυσίδα αγάπης.
Το ένα πλάι στο άλλο…
Υλικά που μέχρι χτες ήταν άψυχα,  ξαφνικά ζωντανεύουν και αποκτούν χαρακτήρα και υπόσταση…
Ανακυκλωμένο χαρτί, ζωγραφισμένες επιφάνειες, χειροποίητα πλεκτά, βινύλια, παλιά σιντί,  θαλασσόξυλα, ρετρό τεχνοτροπίες και γλυπτές γάτες-ρολόγια, όλα σμιλεμένα από έμπειρα χέρια.

Η ιδέα κυοφορήθηκε από μια ομάδα εθελοντριών. Με σεβασμό και εγκράτεια, συγκεντρώνουν καιρό τώρα, τα απόβλητα της πολιτισμένης ζωής μας. Εκτιμούν την αξία τους, τα συνθέτουν και παράγουν Αγάπη. Πιστές στο δόγμα πως ακόμα και οι πιο αντίθετες δυνάμεις, μπορούν να ενωθούν αρμονικά και να δημιουργήσουν μικρά θαύματα. Με βασικά εργαλεία τη μακροθυμία και την κατανόηση πως ακόμα και τα μεγαλύτερα δεινά, μπορούν να γίνουν διαχειρίσιμα υλικά, αντί να εκβάλλουν τις τοξικές ουσίες τους στην καθημερινότητά μας.

Συμπιεσμένη μιζέρια, ανακυκλώνεται σε δράση.
Χωματερές αδράνειας και δυσπιστίας, μεταβάλλονται σε αγαθότητα.
Επεξεργασμένος θυμός, μεταποιείται σε πραότητα.
Και πεταμένες αξίες ανασύρονται απ’ τα σκουπίδια, διαχωρίζονται προσεκτικά απ’ τις ανθρώπινες αδυναμίες  και μετατρέπονται σε καλοσύνη.

Σε κάποιο ανταλλακτήριο ονείρων ή σ’ ένα μικρό μεταποιητικό εργαστήρι, ακούραστες γυναίκες δουλεύουν πάνω σε πάγκους ευτελή υλικά και τα μεταμορφώνουν σε ευφάνταστες μηχανές μέτρησης του χρόνου. Ο χρόνος στην πεζή μας αντίληψη, καθορίζεται αυστηρά απ’ την κίνηση των λεπτοδεικτών. Ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα. Απαρέγκλιτη αξία.
Πώς να χωρέσει μια ανθρώπινη αύρα, στο αυστηρό πλαίσιο ενός ρολογιού;
Πώς να διακρίνεις ένα ανεπαίσθητο δαχτυλικό αποτύπωμα, που από ένα ευλογημένο λάθος ξέμεινε σα μικρή σφραγίδα αγάπης;
Σαν την υπογραφή του ζωγράφου πάνω στο έργο του. Σε μια μικρή γωνιά. Στο σημείο που το άγγιζε, λίγο πριν το κρεμάσει στην λευκή επιφάνεια του εκθετηρίου.

Τα ζωντανά ρολόγια εμπνεύστηκαν και κατασκευάστηκαν από μια ομάδα γυναικών, διασκορπισμένων σ’ όλη την επικράτεια.  Στη συνέχεια τυλίχτηκαν προσεκτικά και ταξίδεψαν στην Αθήνα. Τα έσοδα απ’ τις πωλήσεις τους, θα καλύψουν λίγες απ’ τις ανάγκες ενός ορφανοτροφείου. Τα πραγματικά έσοδα απ’ την κίνηση αυτή, είναι  η ταύτιση και η ώθηση ν’ ακολουθήσουμε την τροχιά τους. Να μετράμε το χρόνο με τις ανατροπές μας. Να αντιδράμε με δράση. Να αναμετριόμαστε μόνο με το καλύτερο.

Το βράδυ που θα κλείσουν οι πόρτες του κτιρίου, τα ζωντανά ρολόγια θα ξεκρεμαστούν για λίγο απ’ τα καρφιά, θα τεντώσουν τους μουδιασμένους λεπτοδείκτες τους και θα στήσουν κουβέντα στο σκοτάδι. Ο κούκος, οι γάτες,  η κουκουβάγια, το καράβι, ο παλιός δίσκος , το ροζ τάβλι, οι δαντέλες, τα πλεχτά, το δέντρο και τα λουλούδια… Θα θυμηθούν πως όταν πήραν την τελική τους μορφή, κάποια μάτια άστραφταν από αγάπη και θαυμασμό. Και θα παραδεχτούν πως η ζωή θα ήταν λιγότερο ωραία, δίχως την ανακύκλωση των ανθρώπινων σκουπιδιών.

Στα δωμάτια που θα φιλοξενήσουν τα ακούραστα τικ-τακ τους, θα χτυπάει επίμονα μια υπενθύμιση. Πως ο χρόνος είναι χρήμα. Ο καλός χρόνος όμως, είναι αξία. 


H συμμετοχή μου στο 4ο παιχνίδι του 2ου κύκλου «Παίζοντας με τις λέξεις”, της Φλώρας.
Φιλοξενούμενο αυτή τη φορά, στο ζεστό στέκι της Αριστέας.
Με υποχρεωτικές, πέντε λέξεις-δυναμίτες, σημαδεμένες με κόκκινο χρώμα.
Εξαιρετικά αφιερωμένο στις γυναίκες που έφτιαξαν ένα όνειρο, το υποστήριξαν με την ψυχή τους και το έκαναν πραγματικότητα.
Για την ιστορία, η έκθεση χειροποίητων ρολογιών, πραγματοποιήθηκε στο Δημαρχείο Χαϊδαρίου, στα τέλη Νοέμβρη. Τα έσοδα απ’ τις πωλήσεις, προσφέρθηκαν στο Χριστοδούλειο Ίδρυμα Προστασίας Παιδιών.

Ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου όλους τους φίλους και τις φίλες που συμμετείχαν στο Παιχνίδι και πιο πολύ τις Γυναίκες-Ωρολογοποιούς που με έμαθαν πως ο χρόνος, έχει τη διάσταση που εμείς του δίνουμε.



Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Η Ανάκριση

Δεν θα τολμούσα να κάνω πρόταση για θέατρο. Αν δεν είχα περάσει μια ζόρικη θεατρική εμπειρία, που χάραξε την ψυχή και τη μνήμη μου. Οριστικά και αμετάκλητα. Θέατρο Τζένη Καρέζη, με τον Καζάκο να ανεβάζει το επίκαιρο έργο "Η Ανάκριση" (Die Ermittlung, 1965) ένα ορατόριο σε 11 ωδές,του Γερμανού συγγραφέα Πέτερ Βάις.

Ένα αποκαλυπτικό και σκληρό κατηγορητήριο κατά του ναζισμού, βασισμένο στα πρακτικά της δίκης βασικών στελεχών του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης και εξόντωσης του Άουσβιτς. Ένα έργο που αναφέρεται στο σήμερα, με αδιαμφισβήτητα στοιχεία του χθες. Ένα πολύ κοντινό μας χθες, που έγραψε τις πιο σκοτεινές και απάνθρωπες σελίδες της ιστορίας. Το έργο αφυπνίζει και προειδοποιεί για τον κίνδυνο να επαναληφθούν και σήμερα, πανομοιότυπα ρατσιστικά και φασιστικά φαινόμενα. Γιατί πέρα απ’ τον κοινωνικό χαρακτήρα του θέματος, καταδεικνύεται μια ολόκληρη βιομηχανία πολέμου, με μεγάλες εταιρείες που πλούτισαν απ’ τις στρατιές των δωρεάν εργατικών χεριών. Και εξελίχθηκαν σε κολοσσούς, που μονοπωλούν σήμερα την παγκόσμια αγορά. Αφού χρηματοδότησαν και υποστήριξαν τη χιτλερική μηχανή.

Ο Γερμανός συγγραφέας Πέτερ Βάις, παρουσίασε το έργο "Η Ανάκριση", αφού παρακολούθησε τη δίκη της Φρανκφούρτης για το Άουσβιτς. Ήταν η πρώτη μεγάλη δίκη που πραγματοποιήθηκε από τη γερμανική δικαιοσύνη εναντίον των ναζιστών εγκληματιών και στην οποία κατέθεσαν 359 μάρτυρες, εκ των οποίων 248 επιζήσαντες του στρατοπέδου. Ο Βάις βασιζόμενος σε αυτή τη δίκη, έδωσε μορφή σ’ ένα θεατρικό κείμενο, που μας αναγκάζει να ακολουθήσουμε ολόκληρη τη μαρτυρική πορεία: να φτάσουμε με τα τρένα στην αποβάθρα, να μπούμε στο στρατόπεδο από την αποκρουστική πύλη που είχε την επιγραφή “Η Εργασία Απελευθερώνει”, να είμαστε παρόντες στα βασανιστήρια και στις εκτελέσεις στο “Μαύρο Τοίχο” και να φτάσουμε μπροστά στους φούρνους των κρεματορίων, όπου αποτεφρώθηκαν, μόνο στο συγκρότημα στρατοπέδων του Άουσβιτς, περίπου 1.500.000 άνθρωποι, απ' όλες τις κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης. Πλήθος Εβραίων - ανάμεσά τους και 55 έως 60.000 Έλληνες Εβραίοι -, ένα πλήθος κομμουνιστών και προοδευτικών διανοούμενων, ένας τεράστιος αριθμός Σοβιετικών αιχμάλωτων πολέμου, από το Ανατολικό Μέτωπο, Αντιστασιακοί, Τσιγγάνοι, Ομοφυλόφιλοι και άλλες ομάδες πολιτών που “νόθευαν” το αίμα της Άριας φυλής.


Οι πτυχές της γενοκτονίας αναφέρονται χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης από την πλευρά του συγγραφέα. Το σκηνικό είναι μια ψυχρή αίθουσα δικαστηρίου. Με την υποστήριξη οπτικοακουστικού υλικού, που παρουσιάζει ιστορικές φωτογραφίες. Κορυφαία στιγμή, η συμμετοχή του δημοσιογράφου Νίκου Μπογιόπουλου στην παράσταση. Δεν θα αποκαλύψω ποιος είναι ο ρόλος του -είναι καταλυτικός- αλλά η παρουσία του Νίκου Μπογιόπουλου φωνάζει «Μην ξεχνάς!»…



Αξίζει την προσοχή μας.
Παίζεται στο θέατρο ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ
Ακαδημίας 3, τηλ. 210 363 6144

Παίζουν: Παύλος Ορκόπουλος, Τζένη Κόλλια, Θόδωρος Γράμψας, Γιάννης Γούνας, Μαρία Τζάνη, Εύα Κοταμανίδου (συγκλονιστική), Δημήτρης Καλατζής, Σπύρος Τσεκούρας, Κωνσταντίνος Καζάκος, Κώστας Μπάρας, Ευθύμης Ξυπολυτάς



Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Η Αγγέλα "γαζώνει" την κρίση


Photo: http://levkonoe.dreamwidth.org/2012/11/06/
Σήκωσε το βαρύ ρολό της βιτρίνας και ξεκλείδωσε την πόρτα. Μπήκε στο μικροσκοπικό μαγαζί, άφησε τη τσάντα της πάνω στον πάγκο εργασίας, έβαλε το ραδιόφωνο να παίζει τον αγαπημένο της σταθμό κι ετοίμασε τον πρωινό καφέ της στο γκαζάκι. Υπό τους ήχους μιας σονάτας, στοίχισε τις πολύχρωμες κουβαρίστρες δίπλα στη ραπτομηχανή και τακτοποίησε τα φιγουρίνια πάνω στο μικρό τραπεζάκι από πλεξιγκλάς. Κάθε τόσο, κοντοστεκόταν και επιθεωρούσε προσεκτικά το χώρο. Τράβηξε την κουρτίνα ν’ αεριστεί το μικρό δοκιμαστήριο, ευθυγράμμισε τα καλοδιπλωμένα ρούχα στα ράφια και στερέωσε καλύτερα τα χαρτάκια σε κάποια απ’ αυτά. «Κυρία Όλγα, στρίφωμα
και φερμουάρ, παραλαβή: Πέμπτη απόγευμα». Όλα είχαν ένα μικρό τετράγωνο χαρτάκι καρφιτσωμένο στην άκρη τους. Της αρέσει να υπάρχει τάξη στα ρούχα που της εμπιστεύονται για μεταποίηση. Αλλά είναι εξίσου μεθοδική, στις μικρές-διεκπεραιωτικές λεπτομέρειες της δουλειάς της.

«Δεν γίνονται δεκτά προς μεταποίηση, ακάθαρτα ρούχα» μια μικρή πλαστικοποιημένη ταμπέλα, στην είσοδο του μικρού ατελιέ της. Αποτρεπτικό για κάποιους, πιστοποίηση ποιότητας και επαγγελματισμού για τους υπόλοιπους. Τόλμησα να τη ρωτήσω μια μέρα, την ώρα που σημάδευε με καρφίτσες το στρίφωμα ενός παντελονιού. “Πώς σας ήρθε και βάλατε αυτή την ταμπέλα;”. Στον ολόσωμο καθρέφτη που στεκόμουν, είδα ν’ ανασηκώνει το βλέμμα της και να με κοιτάζει αυστηρά πίσω απ’ τα χαμηλωμένα γυαλιά της. Μου απάντησε κοιτώντας με στον καθρέφτη. Γονατισμένη στα πόδια μου, με τη μεζούρα περασμένη στο λαιμό της κι αφού έβγαλε μια καρφίτσα που είχε στερεωμένη στα χείλια της. “Τα ρούχα παίρνουν το σχήμα και τις μυρωδιές των ανθρώπων που τα φοράνε. Είναι ένα κομμάτι του εαυτού τους. Αν είναι βρώμικα, δεν μπορώ να δουλέψω πάνω τους. Μου αποσπά την προσοχή και τη φαντασία η λέρα τους. Κι οι άνθρωποι που δεν σέβονται τα ρούχα τους, δεν θα σεβαστούν και τη δουλειά μου. Δεν θέλω πάρε-δώσε μαζί τους!”. Aνέβασε τον κοκάλινο σκελετό στα μάτια της και συνέχιζε ν’ αλφαδιάζει το στρίφωμα. Μύρισα τη μυρωδιά απ’ τα μαλλιά της. Πράσινο σαπούνι και μια αύρα από κολόνια λεμόνι.

Η Αγγέλα υπήρξε απόλυτα συνεπής στο χρόνο και στην ποιότητα της δουλειάς που ανέλαβε. Προσωπικά, το έβλεπα σαν υπόθεση ρουτίνας, να κοντύνει ένα καινούργιο τζιν παντελόνι. Δεν είχα σκεφτεί καν, τις μικρές λεπτομέρειες που μου εξήγησε με υπομονή και ακρίβεια. Θα γαζωθεί με ίδιου χρώματος κλωστή, ώστε να ταιριάζει με τις πλαϊνές ραφές. Θα του αφήσω λίγο αέρα παραπάνω στο πίσω μέρος, αφού θα το φοράς με τακούνια. Αν το κάνω εντελώς ίσιο, θα το πατάς με τις φτέρνες σου και θα κάνει αντιαισθητικές τσαλάκες. Θα το πλύνεις μόλις το πάρεις, για να φύγουν οι σκόνες και τα χνούδια που έχει πάνω του. Όταν το βαρεθείς, δεν το πετάς! Μπορούμε να το κάνουμε καινούργιο, γαζώνοντας σκόρπια μπαλώματα με χρωματιστά υφασμάτινα κομματάκια…”.

Έφυγα απ’ το μικρό μοδιστράδικο, με αισθήματα ευθύνης προς το παντελόνι μου. Η Αγγέλα μου τη φόρτωσε επιμελώς στην πλαστική τσάντα, μαζί με το υποδειγματικά διπλωμένο ρούχο. “Καλοφόρετο!” την άκουσα να μου φωνάζει την ώρα που έφευγα. Από τότε την επισκέπτομαι συχνά και επιδιώκω να πηγαίνω σε ώρες αιχμής. Απολαμβάνω τους διαλόγους της με τις πελάτισσες και κρατάω σημειώσεις απ’ τις φιλοσοφημένες ατάκες της.

Όχι, εγώ αυτό το ρούχο δεν θα στο στενέψω!... Να το πας αλλού!... Τι θα πει γιατί; Μα δεν το βλέπεις; Αν στενέψει κι άλλο θα διαγράφει αυτά που θέλεις να κρύψεις! Και είναι αυτά που σε κάνουν ξεχωριστή! Ναι, ναι… αυτά τα παχάκια στην περιφέρεια είναι δικά σου. Είναι το σώμα σου. Αγάπησέ το!... Κι άλλη φορά, να μην ψωνίζεις με το μάτι, αλλά με την καρδιά. Να παίρνεις ρούχα που θα ντύνουν αυτό που είσαι. Κι όχι αυτό που θα ήθελες να είσαι!...”. Περίμενα πως η υποψήφια πελάτισσα θα μάζευε το φουστάνι και την τσαλακωμένη αξιοπρέπειά της και θα έφευγε θυμωμένη. Αντιθέτως όμως, βγήκε χαμογελαστή απ’ το δοκιμαστήριο, την ευχαρίστησε για την ειλικρίνειά της και την καληνύχτισε. Η Αγγέλα έχασε την αξία ενός στενέματος, αλλά είμαι βέβαιη πως κέρδισε μια πελάτισσα.


Τη συνάντησα τυχαία ένα βράδυ, την ώρα που ετοιμαζόταν να κλείσει το μαγαζί. Έσβησε το φως και κουβάλησε ως την πόρτα μια μεγάλη τσάντα, φορτωμένη με ρούχα. Την καλησπέρισα και μου ανταπόδωσε το χαιρετισμό. Διέκρινα στο ισχνό φως της λάμπας, ένα χαμόγελο παιδιού, τη στιγμή που ζει την απόλυτη ευχαρίστηση. “Θέλετε βοήθεια μήπως; Φορτωμένη σας βλέπω…”. “Α!... είναι ρούχα για ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Είναι όλα μπαλωμένα με κομμάτια που περισσεύουν απ’ τα ρούχα των πελατών. Ή από ξεχασμένες παραγγελίες που δεν ήρθαν ποτέ να τις πάρουν. Θυμάσαι το στρίφωμα του παντελονιού σου; Μπάλωσε το παντελόνι του Αφζάλ, ενός παιδιού απ’ το Πακιστάν”. «Κι όλα αυτά τι είναι;» τη ρώτησα παραξενεμένη. Μου άνοιξε με καμάρι τη σακούλα. «Δες!...Έχω αναλάβει το ντύσιμο και τη διακόσμηση μιας ολόκληρης οικογένειας. Δυστυχώς δεν μπορώ να βοηθήσω με άλλο τρόπο... έχουν δυσκολέψει πολύ τα πράγματα. Αλλά έστω κι έτσι, νιώθω ότι κάτι προσφέρω κι εγώ».

Μου έδειξε με καμάρι το περιεχόμενο της τσάντας. Μαξιλαροθήκες από ρετάλια, παιδικές κουρτίνες με ανάγλυφους ήρωες από πολύχρωμα κορδόνια και παλιά φερμουάρ, μπαλωμένα ρούχα που τα ανάστησε και τους έδωσε στυλ, μέχρι και αεροστόπ για τις πόρτες, φτιαγμένα από μανίκια και μπατζάκια παντελονιών. «Έχω στήσει και μια αυτοσχέδια σχολή ραπτικής, για όσες κοπέλες είναι χωρίς δουλειά. Έρχονται μερικά απογεύματα το μήνα. Για αντάλλαγμα, με βοηθάνε στη συγκέντρωση υλικού. Αρχίσαμε να κατασκευάζουμε και κοσμήματα με παλιά νήματα και κουμπιά. Ίσως κάποια στιγμή να καταφέρουμε να κάνουμε μια μικρή έκθεση. Ή ένα συνεταιρισμό... Καλά να’μαστε και δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα τα χέρια!».

Η γνωριμία με την Αγγέλα, ήταν απ’ αυτές τις μαγικές συγκυρίες, που συμβαίνουν συχνά σε όλους μας. Συναντιέσαι μ’ έναν απλό άνθρωπο και διαπιστώνεις πως εκπέμπει δυνατά μηνύματα στις συχνότητες σου. Φτάνει να είσαι διαθέσιμος δέκτης για να διακρίνεις πως, πίσω από μια ραπτομηχανή, κρύβεται ένα μικρό «οπλοστάσιο».

Η Αγγέλα κατάφερε να ξεφύγει απ’ την ψυχολογία της αγέλης, εκμεταλλευόμενη τους πόρους της. Γνώσεις, δεξιότητες, ψυχή και λογική. Τα «κουρέλια» της μπαλώνουν και διακοσμούν. Τα διάτρητα και τα μουντά που την περιτριγυρίζουν.

Είναι τα δικά της ομόλογα, που έχουν σταθερή αξία και –κυρίως- ανταποδοτικότητα.


Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

XEΒLOGΑΡΙΣΜΑ: Απολογισμός του χριστουγεννιάτικου μπαζάρ


Τα θαύματα δεν τα κάνει μόνο ο θεός. Τα θαύματα τα κάνουν και οι άνθρωποι όταν μαζεύονται και βάζουν πλάτη για ένα κοινό σκοπό, χωρίς μιζέριες, γκρίνιες κι ανταγωνισμούς. Τρία χρόνια που συμμετέχω σε αυτή την παρέα εδώ, έτσι έχω καταλάβει ότι στήνονται τα μπαζάρ μας!
Το φετινό δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Τον χώρο, όπως και πέρσι, μας τον προσέφερε το περιοδικό «Αρδην», αυτή τη φορά σοβατισμένο, ολοκάθαρο και περιποιημένο (τόσο που τρίβαμε τα μάτια μας όσοι είχαμε βοηθήσει στο στήσιμο πέρσι, που ήταν ακόμα γιαπί). Εχοντας σημειώσει όλοι μας «να έχουμε την Παρασκευή το απόγευμα ελεύθερη» για κουβάλημα και στήσιμο (το είχαμε πει και στους φίλους μας), ξαφνικά μάθαμε ότι το βραδάκι της Παρασκευής ο χώρος θα φιλοξενούσε μουσική εκδήλωση, οπότε όλη η διαδικασία θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι τότε… Λίγοι μπορούσαμε να αφιερώσουμε το πρωί και το μεσημέρι της Παρασκευής, αλλά δεν πτοηθήκαμε! Τρείς άνθρωποι μεταφέραμε τα περιεχόμενα της αποθήκης από τα Πατήσια στο Σύνταγμα, εν μέσω πορειών και άλλων διαμαρτυριών, με κουβεντούλες, καφεδάκι, γέλιο, και μπόλικη αλληλοενθάρρυνση.

Μια ωραία στιγμή: γυρνώντας η δεύτερη βάρδια κουβαλήματος (ένα βαν γεμάτο κούτες, δύο κουρασμένα – αλλά γελαστά – άτομα) βρήκε να την περιμένει ένας απροσδιόριστος αριθμός Αθηναίων «καλοκυράδων»* της Φυλής των Φίλων με σηκωμένα μανίκια, έτοιμες να ξεφορτώσουν το βανάκι. Και αφού χαιρετίσαμε τον Αγγελο**από την ομάδα «Πλησίον», ανεβήκαμε όλες επάνω να ξεπακετάρουμε. Ο πολυχώρος «Αρδην» θύμιζε μελίσσι: άλλοι συναρμολογούσαν ράφια, άλλες άδειαζαν κουτιά, άλλες τιμολογούσαν βιβλία, άλλοι μετά έβαζαν ετικέτες σε προϊόντα που δεν είχαν, άλλοι μάζευαν σκουπίδια και ανεβοκατέβαιναν στην ανακύκλωση. Η αυτό-οργάνωση σε όλο της το μεγαλείο, γιατί συγκεκριμένο πλάνο δεν υπήρχε εξαρχής, υπήρχαν μόνο ιδέες επί τόπου, και 1-2 άτομα αναφοράς που άφηναν πολύ χώρο για αυτενέργεια και πειραματισμό. Στο μεταξύ έρχονταν σιγά-σιγά κι άλλα αντικείμενα, είτε ως προσφορές για τις φυλακές, είτε για το ίδιο το παζάρι. Γέμισαν πάλι οι σκάλες σακούλες με είδη πρώτης ανάγκης και παιχνίδια, απόδειξη ότι η αλληλεγγύη υπάρχει, και εκφράζεται, και συχνά προκύπτει από το υστέρημα, παρά την όση μαυρίλα επιμένουν να μας «ταϊζουν» τα ΜΜΕ.

Η επομένη ξημέρωσε βροχερή, με το προγραμματισμένο κλείσιμο των σταθμών του μετρό λόγω πολιτικής συγκέντρωσης. Οσο σκοτεινά και βροχερά ήταν όμως εκεί έξω, τόσο φωτεινά πολύχρωμα και λαμπερά ήταν εντός! Ο Κίμωνας από την ομάδα Πλησίον είχε στήσει μίνι-κυλικείο με λιχουδιές διάφορες, ρακές, και άλλα μυστήρια ποτά (όσοι δεν έχετε πιεί βύσσινο με ούζο έχετε χάσει μία από τις απολαύσεις της ζωής!) απλώθηκαν πολύχρωμα ριχτάρια στα τραπέζια, η Επάνοδος ήρθε αυτή τη φορά με δύο ομάδες, τη γνωστή με τις χειροτεχνίες και τα πολύχρωμα κοσμήματα και την «πράσινη ανάπτυξη» με τα ωραία τους φυτάκια. Η Ελισάβετ και πάλι μας έκανε μαθήματα εύκολου πλεξίματος, και μας μίλησε για τα εργαστήρια κοσμήματος μέσα στον Κορυδαλλό. Η Αλεξάνδρα μας έστειλε τα ευφάνταστα κεραμεικά της, και αυτή τη φορά, πλάι στις δημιουργίες της Αλεξάνδρας προστέθηκαν αυτές της Φωτειάννας σε πιο ρομαντικό στυλ. Τα λικεράκια, οι μαρμελάδες, τα γλυκά του κουταλιού και τα σιρόπια είχαν την τιμητική τους. Φέτος τα ράφια μας φιλοξένησαν και «τη μερέντα του αλχημιστή» που κι αυτή τιμήθηκε δεόντως. Είχαμε μοσχομυριστά σαπουνάκια και κεραλοιφές, χριστουγεννιάτικα στολίδια, και έναν πάγκο «γιουσουρούμ», όπου πάντα βρίσκεις ενδιαφέροντα κομμάτια αν κοιτάξεις με προσοχή… Με γοητεύει να χαζεύω ανθρώπους που χαζεύουν από γιουσουρούμ: η ματιά τους είναι ξύπνια και ερευνητική, και συχνά παίρνουν παράδοξα αντικείμενα – άμα τους ρωτήσεις θα σου πούν «να, αυτά εδώ θα τα βάλω στο τάδε σημείο και θα κολλήσω κάτι τέτοιο εκειπάνω για να φτιάξω ένα…» Νομίζω τα γιουσουρούμ ξυπνούν μέσα μας τον δημιουργό! Φέτος δεν είχαμε πολλά ρούχα: τόσο γιατί μας χάλασε το ειδικό μας σταντ, όσο και γιατί δεν προλάβαμε να ξεπακετάρουμε αρκετά. Φέτος δεν φιλοξενήσαμε ούτε τα έργα των κρατουμένων γυναικών, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν εθελοντές εντεταλμένοι να τα μεταφέρουν και να τα διαχειριστούν (κάθε τι που έχει άμεση σχέση με τις φυλακές, χρειάζεται ειδική μεταχείριση). Κάθε χρονιά, κάθε μπαζάρ, είναι αλλιώτικα – για να μη βαριόμαστε!

Φυσικά και μας χάλασε λίγο τη διάθεση το κλείσιμο του μετρό το Σάββατο! Οσοι κατάφεραν να έρθουν μέσα σ’ αυτές τις ώρες, ήρθαν κάνοντας κύκλους με το αυτοκίνητο και μυστικά τάματα στους αγίους του παρκαρίσματος, ή περπατώντας από τον Ευαγγελισμό ή την Ακρόπολη. Τους ευχαριστούμε ιδιαίτερα! Αχαρο πράγμα το πάρκινγκ στο κέντρο, κι ακόμα πιο άχαρο, ίσως, το περπάτημα ανάμεσα σε μαυροφορεμένους ξυρισμένους γεμάτους μίσος.
Πόσους και ποιους να πρωτοευχαριστήσει κανείς γι αυτό το μπαζάρ; Η λίστα είναι μεγάλη. Και ο καθένας και η καθεμία συνέβαλε τόσο ιδιαίτερα και ξεχωριστά, που εάν έλειπε η συμβολή του/της, το μπαζάρ μας θα ήταν σίγουρα φτωχότερο. Ευχαριστούμε το «Αρδην» για τη θερμή φιλοξενία, τις φίλες και τους φίλους που βοήθησαν στο κουβάλημα, στο στήσιμο, στο ξεστήσιμο, τους ανθρώπους που δώρισαν αντικείμενα και υπηρεσίες για την λαχειοφόρο, τους ανθρώπους που έψησαν κέικ και πίττες, τους ανθρώπους που αναλώθηκαν τις προηγούμενες μέρες φτιάχνοντας σοκολατάκια, μπισκότα, μαρμελάδες, ρακόμελα, γλυκά του κουταλιού, λικέρ, σιρόπια, σαπούνια, κεραλοιφές, εμφιάλωσαν ρακές… Ευχαριστούμε και για όλες τις προσφορές που σύντομα θα μεταφερθούν στις φυλακές!


*καλοκυράδες λέγανε τα παλιά χρόνια στα χωριά μας τις νεράιδες και τα ξωτικά
**Αγγελος όνομα και πράμα

Το κείμενο το έγραψε η Ελενα.



Σημείωση: To παρόν κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση απ’ το XEBLOGΑΡΙΣΜΑ. Αξίζουν λίγα λεπτά τακτικής πλοήγησης στο μπλογκ τους, για να ενημερωνόμαστε για τις διαρκείς ανάγκες στις γυναικείες φυλακές Ελεώνα, στη Θήβα. Προσωπικά, τους ευχαριστώ για τις πολύτιμες στιγμές που έζησα κοντά τους. Λειτουργούν ήδη, ως καύσιμα στις παγωμένες μέρες που βιώνουμε.

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Γιατί δεν τρώμε σήμερα μαμά;


Photo: http://tatphotography.blogspot.gr/


Η τηλεόραση παίζει μια απ’ τις πολυάριθμες εκπομπές μαγειρικής. Προσαρμοσμένες –όπως ισχυρίζονται  οι συντελεστές τους-  στην ελληνική πραγματικότητα. Απλά υλικά και προσβάσιμα σε όλους. Είναι δεδομένο ότι κάθε μέση οικογένεια σήμερα, διαθέτει τρούφα μανιτάρι, κόλιανδρο  και σως γκουακαμόλε. Είναι ο καθημερινός εφιάλτης κάθε μέσης μητέρας, αν το
κολοκάσι θα σερβιριστεί ως σαλάτα με ξυνόμηλο και ρόδι, ή αν θα συνοδεύσει το μαριναρισμένο με αβοκάντο, χοιρινό. Είναι μια ρεαλιστική σκηνή αυτή, που ο Γιαννάκης επιστρέφει απ’ το σχολείο και η πρακτική  μαμά του τον υποδέχεται με μια παραδοσιακή συνταγή Βουργουνδίας. Ένα μπεφ μπουργκινιόν, με τσιπς αγκινάρας και πέστο δυόσμου με αμύγδαλα. Απλά πράγματα.

Ακόμα και για τους ελάχιστους κλοσάρ, που προτιμούν ένα ελαφρύ-υπαίθριο γεύμα στα κοινωνικά συσσίτια, αποτελεί έναν συνηθισμένο καθημερινό διάλογο. «Θα ήθελα στη φασολάδα, ένα τικ πιο κρεμώδη υφή… τι λες κι εσύ ρε Νώντα;». Θα απομακρυνθούν με το πλαστικό σκεύος τους, διαφωνώντας για το εάν το φινόκιο μπορεί να αντικαταστήσει το σέλινο, ή θα του αλλοιώσει τη γεύση. Απλές καθημερινές σκηνές.

Τέλος, ο μόνιμος πονοκέφαλος της ελληνίδας νοικοκυράς σήμερα, είναι πώς θα μαγειρέψει νηστίσιμα αλλά γευστικά. Αν συνδυάζονται σωστά, οι αβουτύρωτες παπαρδέλες με τηγανιτές ελιές θρούμπες και ένα ρομπόλα. Ή μήπως ένα μοσχάτο αμβούργου; Απλά και απόλυτα ρεαλιστικά διλήμματα.

Στις εμβόλιμες διαφημίσεις, θα δούμε τους χορηγούς αυτής της γαστρονομικής πανδαισίας. Επίσης, θα δούμε σκηνές απ’ τα επόμενα επεισόδια. «Φτιάξτε γρήγορα και εύκολα Μεξικάνικα τάκος με κόκκινα φασόλια και τσίλι, και ξαφνιάστε τους!»… «Κουνουπίδι και μανιτάρια στιφάδο. Θα το λατρέψουν!!!...». Η δηλωμένη ιδιότητα 'της΄  ή 'του’ σεφ, ως «Kαταξιωμένη - ος», απομακρύνουν κάθε πρόθεση αμφισβήτησης για τις συνταγές που προτείνουν. Η μαμά–παύλα-πολυάσχολη επαγγελματίας-παύλα- αυθεντική–παύλα-που σέβεται το ρόλο της, οφείλει να μαγειρεύει σε μια κουζίνα στολισμένη με γυάλινα βάζα φρεσκοκομμένες ανεμώνες, πάνω σε αχανείς πάγκους από γρανίτη, με φόντο τον άινοξ αποροφητήρα – παύλα καμινάδα. Έχει λαϊκό προφίλ, φοράει καρώ μάλλινα πουκάμισα και το δίπορτο ψυγείο της ξεχειλίζει από χειροποίητους πελτέδες, σπιτικές μαρμελάδες, καπνιστά αλλαντικά και ποικιλία τυριών.

Κι ύστερα φαντάζομαι την ηρωίδα μου, να μαγειρεύει σε κατσαρόλες γεμάτες με γευστικά ζουμιά. Προχτές μου εμπιστεύτηκε  με χαμηλωμένα τα μάτια, πως βράζει που και που έναν κύβο κοτόπουλου, για να μυρίσει κρέας στο σπίτι. Την ώρα της παραλαβής στο κοινωνικό παντοπωλείο. Μια τσάντα τρόφιμα. Για να ταϊστούν τέσσερις άνθρωποι. Για μια βδομάδα. Μέρα και πακέτο. Απαρέγκλιτη μαθηματική πράξη. Βλέπω καρέ-καρέ τη σκηνή που διηγήθηκε. Να σερβίρει ένα μπολ με φακές στα παιδιά. Κι ύστερα να κάθεται μαζί τους στο τραπέζι. Τη ρώτησε ο μικρός: «Πότε θα πάρουμε κι εμείς ένα σουβλάκι;» Δεν ξέρω τι του απάντησε. Την φαντάστηκα ν’ ανακατεύει αμήχανα το μπολ με το κουτάλι  και να κρύβει τα δάκρυα της πάνω στους αχνούς της σούπας. Κι ύστερα να μαζεύει με το δάχτυλό της, μια σταγόνα ξύδι που έσταξε στην άκρη του τραπεζιού.





Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Έλα να μιλήσουμε...

Photo: http://tatphotography.blogspot.gr/
Τα παιδιά κοιμούνται. Καλά είναι. Η μικρή διαβάζει παραμύθια μόνη της πια. Δεν μ’ έχει ανάγκη. Ο μεγάλος ξύρισε κρυφά το μουστάκι του. Απ’ τη μια τον καμάρωνα κι απ’ την άλλη θύμωσα που βιάζεται να γίνει αντράκι. Λες και μου χρωστάει να μείνει πάντα παιδί… Μαγείρεψα το αγαπημένο σου απόψε. Μην το εκλάβεις σαν υποχώρηση. Το μέτωπο που ανοίξαμε οι δυο μας, δύσκολα ημερεύει. Έχουμε πάνω μας τα σημάδια απ’ τα θραύσματα που μας τραυμάτισαν. Τι λέξεις – σφαίρες ανταλλάξαμε χτες βράδυ πάλι! Το ξέρω πως κουβαλάς σταυρό στην πλάτη. Είναι κι ο δικός μου αφόρητα δυσβάσταχτος, γι αυτό ξεφεύγω απ’ τα όρια μου. Έλα να μιλήσουμε. Στο μπαλκονάκι με το βασιλικό. Αντικριστά. Εσύ κι εγώ.

Ήθελα να κάνω πολλά γι απόψε. Να στρώσω γιορτινό τραπέζι με κεριά και το καλό μας σερβίτσιο. Να φορέσω το παλιό μου φουστάνι, αυτό που μου χάρισες πριν χρόνια. Θυμάσαι; Βολτάραμε στα μαγαζιά ένα βράδυ και με είδες που το θαύμαζα στη βιτρίνα. Την άλλη μέρα το βρήκα στο κρεβάτι μας μ’ ένα τριαντάφυλλο πάνω του. «Να το φοράς και να μ’ αγαπάς» μου είχες γράψει σ’ ένα μικρό χαρτάκι. Το έχω φυλαγμένο ακόμα. Δεν μου έφτασε η ώρα να ετοιμάσω τίποτα. Το φουστάνι δεν μου χωράει πια. Κι οι μέρες μας γίνανε μια οδυνηρή επανάληψη. Κι αντί να καρδιοχτυπάμε από αγάπη, βουλιάζουμε στην αγωνία για το αύριο. Εσύ σκοτώνεσαι για ένα μεροκάματο κι εγώ παριστάνω τον θηλυκό Στουρνάρα στο σπίτι μας. Καταστρώνω σχέδια διάσωσης και πασχίζω να εξοικονομήσω κονδύλια, για να μη βουλιάξουμε. Οικονομία στα έξοδα. Κουτσούρεμα στις ανάγκες μας. Και να ξεγελάω τον πόνο μου μπροστά στα παιδιά. Κι εσύ να λείπεις όλη τη μέρα. Κι όταν έρχεσαι σπίτι, να έχω αυτή την αμυδρή ελπίδα πως θα χαμογελάς. Πως τάχα θα μ’ αγκαλιάσεις και θα μου πεις πως μ’ αγαπάς. Κι εγώ να μπλέξω τα δάχτυλά μου στα μαλλιά σου και να κλάψω σα μικρό κορίτσι. Να φύγει ο πόνος της μέρας. Να γίνουμε ένα…

Το ξέρω πως πασχίζεις για μας. Πως κάθε σου μέρα είναι και μια αναμέτρηση με το δαίμονα της επιβίωσης. Το βλέπω στα μάτια σου πόσο αγωνιάς. Μη μείνεις στην ανεργία. Μη φανείς αδύναμος στα μάτια μας. Μα ξέρεις; Στην αγωνία μας μη χάσουμε το αύριο, χάσαμε το σήμερα. Χάσαμε εμάς. Χάσαμε τις στιγμές μας. Κάναμε την κρίση προσωπική μας υπόθεση. Τη βάλαμε ανάμεσά μας. Ήθελα να φύγω απόψε. Ν’ ανοίξω την πόρτα και να το σκάσω στο σκοτάδι. Ή να κόψω τις φλέβες μου. Να χυθούν σταγόνες απ’ το αίμα μου στο μωσαϊκό. Να κάνω μια εντυπωσιακή έξοδο για τον άλλο κόσμο. Ν’ αφήσω πίσω μου ένα σημείωμα. Το σκέφτηκα. Ξέρεις τι θα έγραφα; Πόσο σ’ αγαπώ. Μόνο αυτό. Γιατί δεν το έκανα; Μα για να βρεις ζεστό φαγητό μετά τη δουλειά. Όχι, δεν αστειεύομαι. Αλήθεια στο λέω…

Αν ήμουν άρρωστη, αν ο γιατρός μου είχε δώσει λίγους μήνες ζωής, αυτό θα σου έλεγα. Και θα έτρεχα να προλάβω το χαμένο χρόνο. Μπορεί και να είμαι. Δεν το ξέρω… το μόνο που ξέρω στα σίγουρα, είναι πως σ’ αγαπάω. Και αποποιούμαι την προσωπική μου πτώχευση. Αυτή την κρίση δεν θα την κάνω ποτέ άρνηση, δεν θα την κάνω αφορμή για συναισθηματική νέκρωση, δεν θα την αφήσω να μας εξοντώσει ηθικά. Δάκρυσες ή μου φαίνεται; Ναι, εγώ τα λέω αυτά… Το ξέρω πως χτες τέτοια ώρα, σου φώναζα πως είσαι αδιάφορος. Κι εσύ φώναζες πιο δυνατά. Κι όσο υψώναμε τις φωνές, όσο γινόμασταν μικρά θηρία, τόσο σου κραύγαζα με τα μάτια μου «Μα σ’ αγαπάω, δεν το βλέπεις επιτέλους;»…

Έλα να μιλήσουμε. Σφίξε μου τα χέρια  στα δικά σου. Αύριο θα είναι πάλι μια μικρή μάχη. Θα είμαστε ο καθένας στο ανάχωμά του και θα πολυβολούμε τον εχθρό. Αλλά να ξέρεις πως ότι κι αν γίνει, όποια ήττα κι αν μας αναλογεί να ζήσουμε, εγώ θα φοράω κρυφά τα βράδια το παλιό μου φουστάνι. Κι ας με στενεύει. Θα γίνομαι το ερωτευμένο κορίτσι που κράταγε σα φωτόσπαθο το μικρό τσαλακωμένο χαρτάκι σου. Θα το διαβάζω και θα σ’ αγαπάω. Πάρ’το σαν μια ασήμαντη επανάσταση για την πιο σημαντική αιτία της ζωής μας. Να μείνουμε «εμείς».


Να στρώσω τραπέζι; Εδώ, πλάϊ στο βασιλικό. Με θέα τη μπουγάδα της γειτόνισσας. Με μουσική  υπόκρουση τις εξατμίσεις και τα φρεναρίσματα. Με μια υποψία ουρανού, να διακρίνεται πίσω απ’ τις κεραίες. Με τις τηλεοράσεις να ουρλιάζουν απ’ τα διπλανά διαμερίσματα. Εδώ, στο μικρό θυσιαστήριο που μας κλήρωσε η ζωή να υπάρξουμε. Εσύ κι εγώ. Εμείς…